ΤΑ ΝΕΑ 1/12/2009
Η μάλλον πιο άνετη του αναμενομένου επικράτηση του Αντώνη Σαμαρά έδωσε στην ελληνική Δεξιά ένα νέο –αλλά με βαριά ιστορία- αρχηγό. Η πρωτόγνωρη για το συγκεκριμένο κόμμα διαδικασία επιλογής, όσο κι αν υστερεί ποσοτικά, ποιοτικά και οργανωτικά της αντίστοιχης πρακτικής του ΠΑΣΟΚ, συνιστά ασφαλώς δημοκρατικό κέρδος και για τη Νέα Δημοκρατία και για το πολιτικό μας σύστημα. Ο νέος αρχηγός φαίνεται να ξεκινά την πορεία του με δύο μεγάλα όπλα: τη νομιμοποιητική του βάση και την εμπειρία ψυχικής και δυνάμει πολιτικής ωρίμανσης από την υπερδεκαετή διάβαση της προσωπικής του ερήμου. Βρίσκεται όμως εξαρχής αντιμέτωπος και με δυο εξίσου μεγάλα βάρη: το ίχνος της πρώτης υπουργικής του θητείας και την προϊούσα αποδιοργάνωση του κόμματός του, που φάνηκε ξεκάθαρα μέσα από το οργανωτικό χάος και την αδιαφάνεια της ψηφοφορίας, αλλά και τη συνεχιζόμενη απροθυμία όλων να συζητηθούν τα αίτια της πρόσφατης εκλογικής πανωλεθρίας.
Πιστεύω πως το παιχνίδι θα παιχτεί κυρίως στο ιδεολογικό επίπεδο. Αυτό μπορεί να φαίνεται οξύμωρο, καθώς εγγενές χαρακτηριστικό της απανταχού του κόσμου Δεξιάς είναι η άρνηση της ιδεολογίας και των ιδεολογικών διαφορών μεταξύ των κομμάτων, η διεκδίκηση της εξουσίας ως μόνου συνεκτικού ιστού μεταξύ προσώπων, τάσεων και σχέσεων ηγεσίας-βάσης. Η Δεξιά εκ φύσεως δεν υπόσχεται έναν καλύτερο κόσμο, παρά μόνο τη διατήρηση του ισχύοντος πλαισίου ώστε ο κάθε πολίτης να παλέψει με τα δικά του μέσα για την ατομική του βελτίωση. Για τις εκλογικές μάχες χρειάζεται βέβαια ένας ιδεολογικός μανδύας, που, χοντρικά, κυμαίνεται, στην ελληνική της παραλλαγή, ανάμεσα στη «λαϊκή Δεξιά» και τη «φιλελεύθερη Δεξιά» (ο όρος «Κεντροδεξιά» δεν μπορεί να είναι χρήσιμος, ακριβώς γιατί χρησιμοποιείται αδιάκριτα και ασυλλόγιστα από όλους). Ο κύριος Σαμαράς έκανε δυο επιλογές, που αποδείχτηκαν πετυχημένες για την εσωκομματική μάχη, θα τον δυσκολέψουν όμως πολύ κατά την άσκηση της ηγεσίας: «ιδεολογικοποίησε» το προφίλ του και τον αγώνα του (υποσχέθηκε όχι μόνο «ένα καλύτερο μέλλον για τα παιδιά μας» αλλά και «σπάσιμο των μηχανισμών» και «τομές και μεταρρυθμίσεις» στο εσωτερικό του κόμματος), επέλεξε δε τη «λαϊκή Δεξιά» ως βάση, σε μια εποχή που, διεθνώς, η «στροφή στο κέντρο» αποτελεί σχεδόν μονόδρομο για όλα τα κόμματα εξουσίας. Διπλό το σισύφειο στοίχημα: μπορεί να «ιδεολογικοποιηθεί» ένα εκ φύσεως αντι-ιδεολογικό και επιπλέον βαρύτατα τραυματισμένο από την εντελώς χωρίς έρμα και χωρίς αποτελέσματα τελευταία κυβερνητική του διαχείριση κόμμα; και πώς μπορούν να συνυπάρξουν στο νέο «ιδεολογικό» κορμό στοιχεία όπως η εσωκομματική δημοκρατία και η μάχη των ήδη διαγκωνιζόμενων προυχόντων, ο «κοινωνικός φιλελευθερισμός» και η προσκόλληση σε μια εντελώς αναχρονιστική αντίληψη της «ελληνικότητας»;
Αντίστοιχα δύο είναι και οι βασικοί κίνδυνοι για το νέο αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης: να θεωρήσει ότι κύριο συγκολλητικό στοιχείο της προσπάθειάς του θα πρέπει να είναι μια άκριτη, «δομική» υπό τη νέο-καραμανλική έννοια των έντονων και κενών λόγων, εναντίωση σε κάθε τι που κάνει η κυβέρνηση και ιδίως στις πραγματικές μεταρρυθμιστικές της απόπειρες (σημαντικά πρώτα δείγματα θα δοθούν από τη στάση στα καυτού συμβολισμού εθνικά θέματα και από τη θεσμική υπευθυνότητα που θα δειχθεί ή δεν θα δειχθεί ως προς την εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας). Δεύτερος κίνδυνος, να χρησιμοποιηθεί σε υπερβολικό βαθμό ως έμπνευση το ίνδαλμα της ευρωπαϊκής Δεξιάς, ο Σαρκοζί, ο οποίος όμως είναι καθαρά γαλλικό, άρα μη εξαγώγιμο, πολιτικό προϊόν, βρίσκεται σε ελεύθερη πτώση στην ίδια την πατρίδα του και οι ιδέες του είναι στους αντίποδες της «μεταμοντέρνας εθνικοφροσύνης» που μπορεί να συναχθεί από τα διαχρονικά δείγματα γραφής του κυρίου Σαμαρά.
Κάθε πολιτικό σύστημα χρειάζεται μια υπεύθυνη αντιπολίτευση. Ας το ευχηθούμε στη νέα Νέα Δημοκρατία, αν και, για να το επιτύχει, είναι προφανές ότι πρέπει να υπερβεί τον εαυτό της.
Social Media