Πέρα από τα διάχυτα κοινωνικά σημάδια (την επιστροφή σε πρακτικές «νόμου και τάξης» στους εργασιακούς χώρους, την όξυνση της αστυνομικής βίας, τη σύμμειξη «επίσημων» ηθικών αντιλήψεων και καταστολής, την έντονη επέμβαση στην ιδιωτική ζωή), υπάρχουν και οι επίσημες καταγγελίες διεθνών και ελληνικών οργανισμών και Αρχών. Η ενδοοικογενειακή βία, η εμπορία και σεξουαλική εκμετάλλευση γυναικών και παιδιών, καθώς και το δουλεμπόριο, μένουν στη μέγιστη πλειοψηφία των περιπτώσεων ακαταδίωκτα και ατιμώρητα. Η κατάσταση στις φυλακές και οι συνθήκες κράτησης ιδίως αλλοδαπών και ανηλίκων, σε συνδυασμό με την υπερβολική χρήση βίας, ακόμη και βασανιστηρίων, από αστυνομικά όργανα, συνθέτουν μια απάνθρωπη εικόνα. Η μεταχείριση των μειονοτήτων - ιδίως των θρησκευτικών, καθώς και των Τσιγγάνων - δεν αρμόζει σε ένα κράτος δικαίου. Αλλά και έναντι της «σιωπηλής πλειοψηφίας» υπάρχουν μεγάλα ελλείμματα ως προς την απονομή της Δικαιοσύνης, ακόμα και ως προς την προστασία του «ιερού» δικαιώματος της ιδιοκτησίας.
Το πεδίο των δικαιωμάτων δεν προσφέρεται για κομματική αντιπαράθεση - δεν είναι τυχαίο ότι η απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου που αναφέρθηκε στην αρχή αφορά παραβατική συμπεριφορά της ελληνικής πολιτείας από την προηγούμενη κυβέρνηση. Δεν είναι δυνατόν όμως να μην παρατηρηθεί ότι, μία κατάσταση που δεν ήταν ήδη λαμπρή, χειροτέρευσε, ποσοτικά και ποιοτικά, σε αδικαιολόγητο, όχι όμως και αναπάντεχο, βαθμό υπό τη «νέα διακυβέρνηση». Η ανάμειξη της εκτελεστικής εξουσίας στον χώρο της Δικαιοσύνης και η εν γένει κάμψη της ανεξαρτησίας της έγινε πολύ εντονότερη (κλήσεις επικεφαλής δικαστηρίων από τον υπουργό για παροχή εντολών, επιλεκτικές παραγγελίες για δίκες όπως στην περίπτωση της ΔΕΚΑ, πρόσφατη «οδηγία» του προέδρου του Αρείου Πάγου να μη δικαιώνονται οι απολυμένοι αλλά οι εργοδότες). Η αγνόηση ή η ευθεία παραβίαση δεσμευτικών αποφάσεων αποκτά συστηματικό χαρακτήρα (πύκνωση της δραστηριότητας των καμερών στους δρόμους αντί για συμμόρφωση στις απαιτήσεις της Αρχής Προστασίας, προτροπές υπουργών για μη απόδοση επιδομάτων σε δημοσίους υπαλλήλους, ακυρώσεις στην πράξη δικαστικών αποφάσεων για νομιμοποίηση συμβασιούχων, ανατροπή από τη Βουλή της δυνατότητας εκτέλεσης διαταγών πληρωμών και προσωρινών διαταγών). Το τεκμήριο νομιμότητας παραβιάζεται με συμπεριφορές όπως οι χειροπέδες σε κατηγορουμένους προς χάριν της εικόνας και οι «τηλε-δίκες». Η στάση έναντι των αλλοδαπών εικονογραφείται από τη δημόσια δήλωση περί αυτο-τραυματιζόμενων Πακιστανών, τη διαπίστωση γενικευμένα παράνομης κράτησης ανηλίκων μεταναστών από τον Συνήγορο του Πολίτη και την τελευταία θέση που κατέχει η χώρα μας στην παροχή πολιτικού ασύλου. Αντίστροφα δε, εντείνεται η πίεση κατά των υπερασπιστών των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όπως δειγματοληπτικά αποδεικνύουν η δίωξη δημοσιογράφου που ανησυχούσε (τι ειρωνεία!) για τη σεξουαλική εκμετάλλευση ανήλικης στην επαρχία, γυναίκας δικηγόρου που συμμετείχε σε διαμαρτυρία για τον βίαιο «επαναπατρισμό» λαθρομεταναστών και επικεφαλής μη κυβερνητικής οργάνωσης που τόλμησε να διαμαρτυρηθεί για τις διώξεις που υφίστανται οι Έλληνες Τσιγγάνοι.
Η εικόνα είναι σκοτεινή - και την κάνει ακόμα πιο σκοτεινή η αδιαφορία της κοινής γνώμης. Από μια κυβέρνηση που πολιτεύεται με βάση το δίκαιο των ημετέρων, που ανήγαγε σε πραίτωρες της πολιτείας τα όργανα που δεν αποδίδουν την τάξη και που κατέστησε σαφές από την πρώτη στιγμή ότι ο ρόλος κάθε μειοψηφίας (συμπεριλαμβανομένης της κοινοβουλευτικής) είναι η σιωπή, δεν μπορεί να αναμένεται ιδιαίτερη δημοκρατική ευαισθησία. Από πολίτες, όμως, που τόσο εύκολα επικαλούνται τα δικαιώματά τους, θα μπορούσαμε να ελπίζουμε σε μεγαλύτερη εγρήγορση μπροστά στην ανάδειξη της κατηφόρας της εξουσίας.

Social Media