Η διαφορά μάλιστα είναι τέτοια που οι εσωκομματικοί της αντίπαλοι δεν έχουν άλλη επιλογή από τη συστράτευση, ενώ η δυναμική που δημιουργήθηκε είναι πολύ πιθανό να αποθαρρύνει τις πολλές «αριστερές» υποψηφιότητες, εκείνες που σε μεγάλο βαθμό είχαν συμβάλει στον ταπεινωτικό αποκλεισμό του Λιονέλ Ζοσπέν κατά την προεδρική αναμέτρηση του 2002. Από όλες αυτές τις απόψεις, ο δρόμος για να ενσαρκωθεί σε εκλογική επιτυχία η αδιάπτωτη δημοτικότητα της κυρίας Ρουαγιάλ φαίνεται πράγματι ανοιχτός.
Μόνο που ο δρόμος αυτός φοβούμαι ότι παρακάμπτει συνειδητά την πολιτική ευκρίνεια και σοβαρότητα, θυσιάζει την πολιτική ουσία στον βωμό τής μετά αλλά και παρα-πολιτικής εικόνας και οδηγεί το Σοσιαλιστικό Κόμμα σε μια αλλαγή κατεύθυνσης που είναι πολύ αμφίβολο αν, αυτήν τη στιγμή, συνειδητοποιεί αλλά και, διαχρονικά, αν θα το ωφελήσει. Η επιλογή υποψηφίου με κύριο κριτήριο τη διαισθητική δυνατότητα μελλοντικής εκλογικής νίκης είναι θεμιτή και λογική (ίσως μάλιστα η πιο λογική) για κόμματα εξουσίας. Όχι όμως - τουλάχιστον για ένα κόμμα που θέλει να λέγεται αριστερό - με τίμημα τη διολίσθηση σε θέματα αρχών, την υπαγόρευση επιλογών από τις δημοσκοπήσεις και την εισαγωγή επικίνδυνων λαϊκίστικων στοιχείων. Η κυρία Ρουαγιάλ σέρφαρε (κυριολεκτικά) πάνω στη μόδα της χαλαρής ιντερνετικής δημοκρατίας, πρόβαλε το χαμόγελό της και το φύλο της («οι αντίπαλοί μου είναι μάτσο», «ήρθε η ιστορική ώρα για μια γυναίκα Πρόεδρο»), αλλά έκανε τα περισσότερα λάθη, είπε τις περισσότερες αοριστίες («για την ένταξη της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση πιστεύω ό,τι και ο γαλλικός λαός»), έχασε τις περισσότερες φορές την ψυχραιμία της και ήρθε τις περισσότερες φορές σε αντίθεση με τις αρχές του κόμματός της (σε θέματα εξωτερικής πολιτικής, ασφάλειας, δικαιοσύνης, παιδείας). Σάρωσε, με δυο λόγια, έχοντας κάνει τη χειρότερη εμφάνιση στο πεδίο που θεωρητικά έπρεπε να βαρύνει περισσότερο, εκείνο της απευθείας πολιτικής αντιπαράθεσης. Επωφελήθηκε από τις εγγενείς αδυναμίες των συνυποψηφίων της (την καιροσκοπική μεταλλαγή του Λοράν Φαμπιούς από «δεξιό» σε «αριστερό» ψάλτη, την αλαζονική αυτοπεποίθηση του «καθηγητή» Στρος-Καν) και από τη διάχυτη τάση (και) της γαλλικής κοινωνίας για αλλαγή προσώπων και τρόπου άσκησης της πολιτικής. Κολάκεψε την τηλεοπτική και όχι την πολιτική τάση του εκλογικού σώματος, υποσχόμενη μια αλλαγή σελίδας με πολλούς στυλιστικούς νεωτερισμούς αλλά αδιευκρίνιστο ακόμη περιεχόμενο.
Το ζήτημα ουσίας που γεννάται είναι αν η επικράτηση ενός τέτοιου είδους σοσιαλισμού είναι μονόδρομος προκειμένου να επιτευχθούν εκλογικές νίκες στις σημερινές συνθήκες μετεξέλιξης της πολιτικής. Αλλά και, βαθύτερα, αν μια ενδεχόμενη προεδρική νίκη, που της ευχόμαστε, μπορεί να θεωρηθεί νίκη, ή έστω πρόοδος, στον δύσκολο αγώνα της ευρωπαϊκής Αριστεράς για ανανέωση με αξιοπιστία.

Social Media