Ας ξεκαθαρίσουμε λοιπόν κάποια βασικά δεδομένα. Άλλο η ιδιωτικοποίηση ως τεχνική εκμετάλλευσης του δημόσιου πλούτου κι άλλο το ξεπούλημα για αποκλειστικά εισπρακτικές ανάγκες. Η πρώτη συνδέεται μεν γενεαλογικά με τον φιλελευθερισμό, πήρε προνομιακή θέση κατά τη μετεξέλιξή του σε νέο-φιλελευθερισμό, αλλά εισήλθε σταδιακά στο καμίνι της εξουσίας και στο μεθοδολογικό οπλοστάσιο της σύγχρονης σοσιαλδημοκρατίας. Υπό προϋποθέσεις, όμως: ένταξη σε ένα συνολικό σχέδιο, επιλογή των τομέων όπου είναι επιτρεπτή μια τέτοια παρέμβαση, διατήρηση της στρατηγικής σημασίας του κράτους. Τίποτα από αυτά δεν ισχύει στην παρούσα πώληση. Η έλλειψη του οποιουδήποτε σχεδίου της κυβέρνησης για τον δημόσιο τομέα έχει πια σφραγισθεί από την αύτανδρη βύθιση των περιώνυμων «μεταρρυθμίσεων». Επιτάθηκε στην περίπτωση του ΟΤΕ από τη διαφωνία των ίδιων των ηγετικών στελεχών της κυβερνώσας παράταξης για το αν εντάσσεται ή όχι στο «πρόγραμμα» (με τον υπεύθυνο του προγράμματος να καθιστά σαφές πως δεν εντάσσεται), αλλά και από το γεγονός ότι η κοινοβουλευτική (στην πραγματικότητα, βαθιά αντικοινοβουλευτική) μέθοδος εισαγωγής και ψήφισης ήταν η απροειδοποίητη τροπολογία χωρίς καμία προηγούμενη διαβούλευση. Εξίσου σαφές είναι και το ότι ο τομέας των τηλεπικοινωνιών ανήκει - διεθνώς - στα στρατηγικής σημασίας πεδία από τα οποία το κράτος δεν έχει συμφέρον - για πολλούς, δεν έχει καν δικαίωμα - να αποσυρθεί πλήρως. Υπ’ αυτό το φως, φαντάζει όχι μόνο υποκριτικό αλλά και σόλοικο το επιχείρημα της πλειοψηφίας ότι η αντιπολίτευση κακώς διαμαρτύρεται, αφού εκείνη, όταν ήταν στην εξουσία, είχε σπάσει σε ακόμα μεγαλύτερο βαθμό το κρατικό μονοπώλιο του ΟΤΕ: παραβλέπεται, ασφαλώς όχι αθώα, ότι η ιδιωτικοποίηση είχε σταματήσει - οριστικά, κατά την τότε κυβέρνηση και σύμφωνα με το πρόγραμμα του ΠΑΣΟΚ στις τελευταίες εκλογές - πριν από το κρίσιμο εκείνο κατώφλι με το οποίο το κράτος διατηρούσε την ουσία της επιχειρησιακής διαχείρισης του οργανισμού - και άρα τη δυνατότητα υπηρέτησης του δημοσίου συμφέροντος.
Στην πραγματικότητα αυτό που λείπει - και που είναι αναγκαίο σε μια σύγχρονη δημοκρατία - είναι μια σαφής και συνεκτική θεωρία περί κράτους εκ μέρους των κομμάτων εξουσίας. Τα ευχολόγια περί «κράτους στρατηγείου» ή περί «κράτους ισχυρού μέσα στην ευελιξία του» όχι μόνο δεν είναι ικανοποιητικά αλλά τείνουν και να γίνουν επικίνδυνα. Το αποδεικνύει η κυβέρνηση με τις συνεχείς παλινωδίες της και την υποβάθμιση όλου του δημόσιου χώρου. Χρέος της αξιωματικής αντιπολίτευσης είναι να δομήσει τη δική της απάντηση πάνω σε πραγματικές ανάγκες και ερωτήματα: Από ποιους τομείς δεν αποχωρεί υπό καμία προϋπόθεση το κράτος; Πού διατηρεί την ουσία των αποφάσεων; Πώς - και με βάση ποια κριτήρια - εννοεί τους στρατηγικούς τομείς της οικονομίας; Σε ποιες περιπτώσεις, με ποια μέθοδο και σε ποιον βαθμό μπορεί, αφού τις έχει ήδη απομυθοποιήσει, να προχωρήσει σε κάποιου είδους ιδιωτικοποιήσεις; Σε αυτά τα ερωτήματα, το ΠΑΣΟΚ απάντησε έμμεσα με τη στάση του κατά την παραχώρηση του ΟΤΕ. Μόνο να κερδίσει έχει, αν το κάνει και ρητά στο πρόγραμμα που ετοιμάζει.

Social Media