Φαίνεται αλλά δεν είναι

Tο βρετανικό παράδειγμα αποτελεί ήδη τον κανόνα σε όλη την Eυρώπη

TA NEA 12/12/05

 

Για μια ακόμα φορά η βρετανική πολιτική σκηνή εμφανίζεται ως η πιο ενδιαφέρουσα, που δεν σημαίνει αξιομίμητη και πρωτοποριακή - τουλάχιστον ως προς την ανάδειξη των τάσεων - στην Ευρώπη. H εκλογή του Ντέιβιντ Κάμερον στην αρχηγία των Συντηρητικών οδήγησε κατευθείαν την έννοια της ανανέωσης από το εξαγγελτικό πεδίο στην κεντρική πολιτική σκηνή και συγχρόνως στα πρωτοσέλιδα των ιλουστρασιόν περιοδικών. Το ενδιαφέρον για κάποιους εστιάζεται στο ότι ο νέος, ώς χθες παντελώς άγνωστος, αρχηγός είναι 39 χρόνων, μιλάει σαν καλοκουρντισμένη τηλεοπτική μηχανή, έχει μπόλικα μαλλιά, εύκολο χαμόγελο και γενικά κάνει κάθε προσπάθεια να θυμίζει τον προ δεκαετίας Τόνι Μπλερ στο λίγο πιο στρογγυλό και λίγο πιο δεξιό. Αξιοπρόσεκτος είναι όμως κυρίως ο βαθμός επικράτησης της εικόνας έναντι της ουσίας, του φαίνεσθαι μπροστά στο είναι, η πανηγυρική νομιμοποίηση της αρχής ότι η πολιτική διαπάλη δεν έχει πλέον καμία σχέση με πολιτικές αρχές, ότι ο μόνος τρόπος να πειστεί το κοινωνικό σώμα είναι να προετοιμαστεί από τους επαγγελματίες της επικοινωνίας να πειστεί για οτιδήποτε, αρκεί να ακούγεται ωραίο και «μοντέρνο».

Έτσι, στην αντίφαση ενός Βρετανού Πρωθυπουργού διαχειριστή της εικόνας και κυνικού ώς το μεδούλι, αλλά και του μόνου που δίνει κάποια ουσία στις προτάσεις, τον λόγο και, σπανιότερα, στις λύσεις της σύγχρονης κυβερνητικής σοσιαλδημοκρατίας, ήρθε να προστεθεί η καρικατούρα ενός κομματικού αρχηγού που μιλάει από στήθους αλλά δεν λέει τίποτα και που ντύνει με μοντερνιστικό ένδυμα τις αναχρονιστικές απόψεις που δονούν την εκλογική του βάση: μιλά για «αλληλεγγύη» και ψηφίζει κατά των επενδύσεων στην υγεία και την παιδεία, υπερασπίζεται τα «δικαιώματα» και θέλει να βγάλει τη Βρετανία από την Ευρωπαϊκή Κοινωνική Χάρτα, φωνάζει για «ενσωμάτωση» και παίζει με τους φόβους της σιωπηλής πλειοψηφίας για τους μετανάστες και το άσυλο, εξαγγέλλει το «μοίρασμα των καρπών της ανάπτυξης» και ετοιμάζεται να μειώσει τους φόρους των πλουσίων και την εργασιακή ασφάλεια.

Αν η «αριστερή» υποχώρηση ήταν η θυσία κάθε ιδεολογίας, η συντηρητική παραπλάνηση μπορεί να οδηγήσει στην απαξίωση της ίδιας της πολιτικής. Το βρετανικό παράδειγμα αποτελεί ήδη, με πιο έμμεση μορφή, τον κανόνα σε όλη την Ευρώπη. Το βλέπουμε στο γαλλικό τέλμα ιδεών, στη γερμανική βύθιση στη μετριότητα, στην ιταλική κατάρρευση κάθε σοβαρότητας, στην πορτογαλική αδυναμία πραγμάτωσης ενός νέου ξεκινήματος, στην άνοδο της σκανδιναβικής απάθειας και βέβαια στο πολιτικό Βατερλώ της Ένωσης. Το βλέπουμε και στη χώρα μας με την καταπληκτική επιμονή στις «μεταρρυθμίσεις», όταν έχει καταστεί ολοφάνερο ότι η κυβέρνηση ούτε ξέρει ούτε μπορεί να τις κάνει, με τη διαρκή επαναφορά του συνθήματος της «κάθαρσης», όταν δεν υπάρχει πεδίο της δημόσιας ζωής που να μην έχει (ξανα)κυλιστεί στον βούρκο, με τη διατήρηση της τακτικής του «κοινωνικού μεσαίου χώρου», όταν η οπτική κάθε αποσπασματικής κίνησης είναι ακραία - και ξεπερασμένα - νεοφιλελεύθερη. Τίποτα απ’ όσα λέγονται δεν σημαίνεται, καμία υπόσχεση δεν δίνεται για να τηρηθεί, καμία πράξη δεν έχει σύνδεση με ό,τι θα μπορούσε να νοηθεί ως κοινό συμφέρον.

Το ζήτημα δεν είναι γιατί έγινε αυτό (η απάντηση είναι εύκολη και την ξέρουμε όλοι: γιατί επιτρέψαμε να γίνει), αλλά αν θα αφήσουμε οριστικά την πολιτική να αποκολληθεί από τον Λόγο και να γίνει και επισήμως παράρτημα της διαφημιστικής δραστηριότητας. Στην Ελλάδα λύση δεν μπορεί παρά να δοθεί από εκείνους που δεν ασκούν σήμερα την εξουσία. Αλλά κι εκεί, το στοίχημα της αναστροφής απέχει από το να έχει οριστικά κερδηθεί.

 

Βιογραφικό

  • Βιογραφικό

    Γεννήθηκα το 1962 στην Αθήνα, από πατέρα δικαστή (τρίτη γενιά νομικών στην οικογένεια και μάλλον τελευταία) και μητέρα αρχαιολόγο, με πελοποννησιακή, εξ αμφοτέρων, καταγωγή.

    Περισσότερα...