Περί προεδρικής συναίνεσης

Tο ζητούμενο είναι να ξεκαθαρίσουμε τι συνιστά παραποίηση ή διαστρέβλωσή της

ΤΑ ΝΕΑ 22/11/04

 

Πολύς λόγος γίνεται - ξαφνικά; - για τον τρόπο με τον οποίο θα υλοποιηθεί, ή έχει αρχίσει να υλοποιείται, η διαδικασία ανάδειξης του επόμενου Προέδρου της Δημοκρατίας. Προς το παρόν, και δεν είναι παράλογο, βρισκόμαστε σχεδόν αποκλειστικά στον χώρο των εικασιών και της - συχνά ερήμην και των ίδιων των «ενδιαφερομένων» - ονοματολογίας. Πίσω όμως από κάθε σκέψη, πρόταση και κίνηση βρίσκεται ήδη, ρητά ή σιωπηρά, καλόπιστα ή υπονομευτικά, η έννοια της «συναίνεσης». Επειδή και το Σύνταγμα την προϋποθέτει και ο συσχετισμός κοινοβουλευτικών δυνάμεων την καθιστά αναγκαία, θεωρώ ότι δεν είναι άχρηστο ούτε πρόωρο να ξεκαθαριστούν από τώρα τα θεσμικά δεδομένα της.

Ειδικά για την εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας, οι συνταγματικές διατάξεις και η λογική του πολιτεύματος σε δύο τουλάχιστον σημεία δεν επιτρέπουν παρερμηνείες. Το πρώτο είναι ότι η συναίνεση δεν αποτελεί, όπως σε άλλες πολιτειακές εκδηλώσεις, απλή ευχή, αλλά εγγενή προϋπόθεση της διαδικασίας εκλογής. Αυτό σημαίνει ότι η συμφωνία περισσότερων κομμάτων όχι μόνο δεν είναι «αναγκαίο κακό», αλλά, αντιθέτως, λειτουργεί ως αναπλήρωση της έμμεσης νομιμοποίησης του Προέδρου λόγω της εκλογής του από τη Βουλή και όχι από τον λαό. Πρόκειται, συνεπώς, για θεσμική και ανεξάρτητη από τη συγκυρία ρύθμιση, αντίστροφη όψη της οποίας είναι ότι ενδεχόμενη μη συμφωνία και εξ αυτού του λόγου διάλυση της Βουλής συνιστά ύστατη αποφευκτέα λύση και όχι μία από πολλές ισότιμες διεξόδους στα χέρια της πλειοψηφίας. Το δεύτερο στοιχείο συνδέεται ακριβώς με την απορρέουσα από το κοινοβουλευτικό σύστημα πρωτοβουλία της πλειοψηφίας, ιδίως στην παρούσα περίπτωση, όπου η συναίνεση οικοδομείται και άρα τα θεμέλιά της έχουν ιδιαίτερη σημασία. H ευθύνη της πλειοψηφίας συνίσταται στην έγκαιρη και βάσει αρχών συνεννόηση με τα άλλα κόμματα και στην πρόταση προσώπου που πληροί ορισμένα αντικειμενικά για το αξίωμα κριτήρια (πολιτικό κύρος, αποδεδειγμένη προσωπική ακεραιότητα, ενωτική διαδρομή και παιδεία). Το πρόσωπο αυτό, ακριβώς επειδή ενσαρκώνει ιδιαίτερης συμβολικής ποιότητας θεσμό, δεν πρέπει να επιλέγεται με βάση ταμπέλες (αριστερός - δεξιός, «δικός μας» - «αντίπαλος»), αλλά και δεν μπορεί να είναι υπερκομματικός με την έννοια του εξωκομματικού. Το αποδεικνύουν στην πράξη τα εντελώς αντιθετικά παραδείγματα του νυν Προέδρου και του μόνου μη πολιτικού που κατέλαβε το αξίωμα.

Με βάση τα παραπάνω, το ζητούμενο των ημερών είναι να ξεκαθαρίσουμε τι συνιστά παραποίηση ή διαστρέβλωση της συναίνεσης. Και τέτοια είναι η κάλυψη πίσω από την έννοια για προσπορισμό χρόνου ή περιθωρίων τακτικών ελιγμών, η χρήση της ως απειλής για την υποχώρηση του «αντιπάλου» σε ζητήματα αρχών, η επίκληση του φάσματος των εκλογών για αποφυγή έγκαιρου και ειλικρινούς διαλόγου, η μονομερής επιλογή προσώπου που διεμβολίζει αυτόν του οποίου ζητείται η συναίνεση. Ειδικά δε όσον αφορά τα πρόσωπα, είναι νομίζω σαφές ότι δεν μπορεί ούτε καν να συζητηθεί (πόσο μάλλον να γίνει δεκτός) κάποιος που χρησιμοποιεί τη συναίνεση ως προσωπικό και όχι θεσμικό όχημα, που στηρίζεται στη δήλωσή του περί προοδευτικότητας και όχι στην ανάδειξή της μέσα από την πολιτική πράξη του, που η ιδιοσυγκρασία του είναι συγκρουσιακή για προσωπικό όφελος και που, στη διαδρομή του αλλά και με την υφέρπουσα υποψηφιότητά του, δίχασε και διχάζει τον ελληνικό λαό, το κόμμα που καλείται να τον στηρίξει αλλά και την ίδια την παράταξη από την οποία προέρχεται. H αξιωματική αντιπολίτευση, που, κατά τα άλλα, δεν μπορεί παρά να αναμένει την πρωτοβουλία της κυβέρνησης, έχει δημοκρατικό χρέος να στερήσει από τώρα κάθε έρεισμα σε μια τέτοια προοπτική.

 

Βιογραφικό

  • Βιογραφικό

    Γεννήθηκα το 1962 στην Αθήνα, από πατέρα δικαστή (τρίτη γενιά νομικών στην οικογένεια και μάλλον τελευταία) και μητέρα αρχαιολόγο, με πελοποννησιακή, εξ αμφοτέρων, καταγωγή.

    Περισσότερα...