Ξαναβρίσκοντας τους βαρβάρους

Tο κήρυγμα περί «βαρβάρων» είναι ιστορικά και πολιτικά αφελές ή δόλιο

ΤΑ ΝΕΑ 08/12/03

 

Το μεγαλύτερο δώρο που μπορεί να προσφέρει κανείς στον φανατικό είναι να του απαντήσει φανατικά. H πολιτική τού φανατισμού τρέφεται από την προσμονή της απώλειας ψυχραιμίας της άλλης πλευράς, απώλεια που, αν συμβεί, φέρνει τον πολέμιο του φανατικού στο επίπεδο του αντιπάλου του, αλλά χωρίς τα όπλα του - δηλαδή στο έλεός του. Και επειδή, εξ ορισμού, ο φανατικός δεν έχει έλεος - κι αυτό ισχύει ακόμα περισσότερο όταν επικαλείται την εαυτήν φιλευσπλαχνίαν - η στοιχειώδης αυτοπροστασία επιβάλλει την άντληση επιχειρηματολογίας από τον μόνο χώρο που αφοπλίζει τον φανατικό, τον χώρο της λογικής. Της απλής λογικής, που είναι και σχεδόν πάντα σκληρή.

Το κήρυγμα περί «βαρβάρων» λαών που «δεν δικαιούνται» να διεκδικήσουν την εισδοχή τους στην οικογένεια των μη βαρβάρων είναι όχι μόνο φανατικό, όχι μόνο ιδεολογικά φορτισμένο, αλλά και ιστορικά και πολιτικά αφελές ή δόλιο. H Ιστορία διδάσκει ότι οι λαοί δεν κατατάσσονται στον ρου της γραμμικά και μια για πάντα, ενώ η πολιτική υπάρχει για να επιτρέπει ακριβώς την πορεία των λαών προς τα εμπρός, το ξεπέρασμα των διαχωριστικών γραμμών, την ένταξη αυτών που θέλουν σε αυτό που μπορούν. H χρήση της έννοιας του «βαρβάρου» από τη σκοπιά του βασανισμένου (άρα περιούσιου) λαού και με αναφορά μόνο στο παρελθόν, αρνείται την ιστορική εξέλιξη, υπονομεύει τον ρόλο της πραγματικής πολιτικής και ενσπείρει το πιο ξεπερασμένο αλλά και πιο επικίνδυνο μικρόβιο στο σώμα της σύγχρονης κοινωνίας των εθνών: διατηρεί ζωντανή την ιδέα της δοτής και αξεπέραστης «ανωτερότητας» κάποιων λαών ή πολιτισμών επί άλλων. H στάση αυτή, που δεν διαθέτει ούτε τη συνοχή ούτε την εντιμότητα που θα της επέτρεπαν να χαρακτηρισθεί θεωρία, βρίσκεται στη ρίζα πολλών από τα δεινά που βασανίζουν τον σύγχρονο κόσμο: την έλλειψη κατανόησης μεταξύ των λαών και επικοινωνίας μεταξύ των ανθρώπων, την έξαρση των φονταμενταλισμών κάθε είδους, την εξάπλωση της πολιτικής και πολεμικής βίας, καθώς και της τρομοκρατίας, τη διαστρέβλωση της επιστημονικής προόδου, τον φόβο μπροστά στο νέο και το δημιουργικό σε επίπεδο δημόσιας ζωής, τη φθορά και σχεδόν παραφθορά της δημοκρατίας, που δεν μπορεί να αναπνεύσει χωρίς την ελευθερία των ανοικτών οριζόντων. Το φάντασμα των «βαρβάρων», των όποιων «βαρβάρων», προσπαθεί να κρύψει αλλά στην ουσία αποκαλύπτει ένα σαφές πολιτικό σχέδιο. Ειδικά στη σημερινή εποχή, όπου το ζητούμενο είναι όχι η (αδύνατη) αποφυγή της συνύπαρξης, αλλά η (δύσκολη) επικοινωνία μέσα από τη διαφορετικότητα, το σχέδιο αυτό, που δεν εκπορεύεται μόνο από θρησκευτικούς κύκλους, αλλά που σχεδόν πάντα προσπαθεί να οικειοποιηθεί την ιδεολογική δυναμική τής θρησκείας είναι - και άρα έτσι πρέπει να αποκληθεί - αντιδραστικό και οπισθοδρομικό.

Ειδικά στην περίπτωση της Τουρκίας, η επίκληση της ιστορικής «βαρβαρότητας» επιφανειακά μόνο έχει ως στόχο να εμποδίσει την ένταξή της στην Ενωμένη Ευρώπη. Μεταθέτοντας τη συζήτηση από το πεδίο της πολιτικής (όπου ελλοχεύουν πολλά πραγματικά προβλήματα, όχι όμως βέβαια το πρόβλημα της «βαρβαρότητας» του συγκεκριμένου λαού) στο πεδίο του υπερβατικού συναισθήματος, η τέτοιου είδους άρνηση έχει, πιστεύω, ως απώτερο σκοπό να ευαισθητοποιήσει τα εθνικιστικά και ξενοφοβικά αντανακλαστικά του ελληνικού κοινωνικού σώματος. Οι Έλληνες δεν πιστεύω ότι είναι ούτε περισσότερο ούτε λιγότερο ξενόφοβοι από άλλους λαούς, είναι όμως, στη συγκεκριμένη χρονική στιγμή, περισσότερο αβέβαιοι και μετέωροι, άρα επιρρεπείς σε ιδεολογήματα. Το να προβάλλονται σήμερα από επίσημα χείλη τα ιδεολογήματα της αντίδρασης συνιστά, πέρα από θεσμική παρέκβαση, και μια διόλου αθώα κομματική παρέμβαση.

 

Βιογραφικό

  • Βιογραφικό

    Γεννήθηκα το 1962 στην Αθήνα, από πατέρα δικαστή (τρίτη γενιά νομικών στην οικογένεια και μάλλον τελευταία) και μητέρα αρχαιολόγο, με πελοποννησιακή, εξ αμφοτέρων, καταγωγή.

    Περισσότερα...