Όμως, η ίδια η πράξη κάθε άλλο παρά είναι νομικά άτρωτη. Και τούτο γιατί:
α) παρά το ότι η μέθοδος της καταφυγής σε πράξεις νομοθετικού περιεχομένου αποτελεί μάλλον συνήθη πρακτική, καλό θα ήταν να αποφεύγεται, ιδίως σε περιπτώσεις σαν την προκείμενη, όπου στόχο φαίνεται να είχε να ξεπερασθούν νομικής φύσης «εμπόδια», όπως η σωρεία των δικαστικών προσφυγών οικολογικού ή ιδιοκτησιακού χαρακτήρα,
β) ιδίως, δεν φαίνεται να τηρήθηκαν οι τιθέμενες από το Σύνταγμα προθεσμίες όσον αφορά την κύρωση της εκδοθείσας από τον Πρόεδρο πράξης. Το Σύνταγμα είναι σαφές: οι πράξεις «παύουν να ισχύουν» (και πάλι χωρίς καμία παρέμβαση του Προέδρου της Δημοκρατίας), είτε αν δεν υποβληθούν στη Βουλή μέσα σε σαράντα ηημέρες από την έκδοσή τους ή από τη σύγκληση της Βουλής σε σύνοδο (τέτοιο πρόβλημα δεν υπάρχει εδώ, αφού, σύμφωνα με δήλωση της κυβέρνησης, η πράξη υπεγράφη στις 14 Ιουνίου και υπεβλήθη στη Βουλή στις 26 Ιουλίου), είτε αν δεν εγκριθούν από τη Βουλή μέσα σε τρεις μήνες από την υποβολή τους. Έπρεπε, συνεπώς, η κρίσιμη πράξη να είχε ψηφισθεί το αργότερο μέχρι τις 26 Οκτωβρίου - και τούτο ανεξάρτητα από την απαίτηση του άρθρου 44 παρ. 1 για υποβολή προς κύρωση «σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 72 παρ. 1», δηλαδή από την Ολομέλεια της Βουλής. Με το να «νομιμοποιήσει» εκτός συνταγματικής προθεσμίας, η κυβερνητική παράταξη δίνει δυστυχώς λαβή για μομφή όσον αφορά την προσήλωσή της στους θεσμούς, αλλά και τον τρόπο που αντιμετωπίζει το γεγονός για χάρη του οποίου δημιουργήθηκε το όλο ζήτημα, δηλαδή τους Ολυμπιακούς Αγώνες.

Social Media