Ο Αμερικανός που σφάζει με το μπαμπάκι

ΤΑ ΝΕΑ 30/11/02

 

Οι κανόνες ώστε να αρχίσει η συζήτηση για ένα «μεγάλο» αμερικανικό μυθιστόρημα είναι λίγο-πολύ δεδομένοι: να είναι μεγάλο και σε έκταση, να αγγίζει με τη θεματολογία του το «αμερικανικό όνειρο», να μιλήσουν γι' αυτό η Όπρα Γουίνφρι και ένας τουλάχιστον από τους σύγχρονους πάπες του είδους και να βρεθεί σε συγχρονία με τις ανάγκες του τρομερά ετερόκλητου αναγνωστικού κοινού.

Με το ογκώδες οικογενειακο-κοινωνικό, επιλεγμένο (αλλά όχι παρουσιασμένο) από την Όπρα και επαινεμένο από τον Ντε Λίλο - μυθιστόρημά του με τίτλο «Οι Διορθώσεις», ο σχετικά νεαρός και έως τώρα μάλλον άγνωστος Τζόναθαν Φράνζεν εκπλήρωσε όλες αυτές τις βασικές προδιαγραφές. Για τον κόπο του κέρδισε το αμερικανικό National Book Award του 2001 κι έκανε ένα παγκόσμιο μπεστ-σέλερ. Κυρίως, έδωσε ένα έργο, στο οποίο την έλλειψη θεματικής και στυλιστικής νεωτερικότητας αναπληρώνει και με το παραπάνω η συγγραφική ορμή και η εξαιρετικά καλοδεχούμενη - τη στιγμή που η αμερικανική κοινωνία άφηνε οριστικά πίσω την όποια «αθωότητά» της- περιδιάβαση σε αξίες όπως η συντροφικότητα, οι οικογενειακοί δεσμοί, η κατανόηση της διαφορετικότητας, η ανακάλυψη - και η μοιραία απώλεια - των μικρών πραγμάτων της ζωής.

Πικρό χιούμορ

Ο Τζόναθαν Φράνζεν θεωρήθηκε η αποκάλυψη της αμερικανικής λογοτεχνίας το 2001. Με τις «Διορθώσεις» του φωτίζει μια πραγματικότητα με τεράστιες δυνατότητες και αδιόρθωτες ατέλειες

Αν όλα αυτά δίνουν την εντύπωση ενός μοραλιστικού, διδακτικού ή έστω απλώς βαθυστόχαστου βιβλίου, τότε το λάθος είναι δικό μου. Ο Φράνζεν, ένας 40άρης διανοούμενος Νεοϋορκέζος, που διαμόρφωσε το στυλ και τη γλώσσα του εμπνεόμενος από τον κοσμοπολιτισμό και τη σκληρότητα της πόλης του και γράφοντας για περιοδικά όπως το «New Yorker» και το «Harper's», σφάζει με το μπαμπάκι. Όπου μπαμπάκι είναι κυρίως ένα πολύ πικρό χιούμορ και μια ιδιότυπη σχέση θαυμασμού-μίσους απέναντι στη σύγχρονη αμερικανική πραγματικότητα με τις τεράστιες δυνατότητες και τις αδιόρθωτες ατέλειές της. «Οι Διορθώσεις» έχουν εκζήτηση και συγκίνηση, μοντερνισμό και κλασικισμό, κοινοτοπίες και πρωτοτυπίες, ειρωνεία και χολή, δύναμη και αδυναμίες, καμία όμως ευκολία ή ηθικολογία. Ρουφιούνται λαίμαργα κι αφήνουν μια περίεργη γεύση, που δεν ξεχνιέται εύκολα.

Η ιστορία που διηγείται το βιβλίο είναι απλή και μάλλον ευθύγραμμη. Ένα ζευγάρι γηραιών αλλά, μέχρι χθες, θαλερών γονιών της αμερικανικής επαρχίας προσπαθεί - συνειδητά εκ μέρους της μητέρας, όχι όμως εκ μέρους του βυθιζόμενου στην άνοια πατέρα - να περισώσει ό,τι είναι δυνατόν να περισωθεί από τη σχέση με τα τρία παιδιά του. Παρακολουθούμε τις κυριολεκτικές και μεταφορικές περιπλανήσεις των τριών ανόμοιων παιδιών και την αδυσώπητη ρήξη όλων των ψυχικών δεσμών ανάμεσα στα μέλη της οικογένειας, παρά την απέλπιδα προσπάθεια της μητέρας να τους μαζέψει όλους γύρω από ένα τελευταίο τραπέζι.

Ο Αλ, ο πατέρας, περιμένει το τέλος με τη σιωπηλή στωικότητα και περηφάνια που είχε δείξει σε όλη τη ζωή του (υπήρξε ένας μηχανικός τρένων και ερασιτέχνης εφευρέτης, που ποτέ δεν ξεστράτισε από τον δρόμο της πίστης στην εταιρεία και τη σύζυγό του, της αποστροφής στο εύκολο χρήμα, της αδυναμίας επικοινωνίας με αυτούς που αγαπούσε), αλλά αυτό δεν τον εμποδίζει από το να βασανίζει, τις περισσότερες φορές χωρίς να το θέλει, τη γυναίκα του, Ένιντ. Εκείνης η ιστορία της ζωής περικλείεται σε μία μόνο φράση: υποταγμένη στις περιστάσεις. Ερωτευμένη με τον άντρα της χωρίς ποτέ να πάρει αυτά που ποθούσε, «καλή μητέρα» που στα γεράματα νιώθει κάθε στιγμή την ψυχική άβυσσο που την χωρίζει από τα παιδιά της, φυλακισμένη στο αμερικανικό Μίντγουεστ του καθωσπρεπισμού, της υποκρισίας και των ημερών που διαδέχονται ολόιδιες η μία την άλλη. Από αυτήν τη ζωή προσπάθησαν και κατάφεραν - με διαφορετικούς τρόπους και άνιση επιτυχία - να ξεφύγουν τα τρία παιδιά. Ο πρωτότοκος Γκάρι, ο αντιπαθής γιάπης που στράγγιξε τη ζωή του για το χρήμα και επιμένει να ορίζει τις τύχες των γύρω του (της άβουλης γυναίκας του, των τριών αποξενωμένων στον εικονικό κόσμο τους παιδιών του, των «αδύναμων» μικρότερων αδερφών και γονιών του), αρχίζει όμως πια να το πληρώνει με την ψυχική του υγεία. Ο ατίθασος αλλά και ανερμάτιστος Τσιπ, που προσπαθεί να γράψει όχι από ψυχική ανάγκη, αλλά για να διατηρήσει σώας τας φρένας του (δεν υπάρχει ενδιαφέρων Αμερικανός συγγραφέας που να μην αυτοσαρκάζεται) και που περνά δύο σουρεαλιστικές περιπέτειες ερωτικο-επαγγελματικής μορφής πριν ξαναβρεί, μόνος ίσως αυτός, το οικογενειακό λιμάνι. Και το προικισμένο και αγαπημένο από τον συγγραφέα και τους αναγνώστες στερνοπούλι, η όμορφη, ταλαντούχα και ηττημένη Ντενίζ, που δεν χάνει εντελώς την ανθρωπιά της ούτε μέσα από την ερωτική της απροσδιοριστία ούτε μέσα από τη διαρκή ανικανότητα να αξιοποιήσει το δυναμικό της. Όλοι αυτοί οι χαρακτήρες στροβιλίζονται, αγγίζονται, αλλά ποτέ δεν βρίσκονται. Είναι πειστικοί, ποτέ όμως οικείοι.

Στα όρια

Υπάρχουν ορισμένα περιστατικά της αφήγησης που βρίσκονται στα όρια του καλού γούστου: η σκατολογική εμμονή στα συμπτώματα του άμοιρου άρρωστου γέρου, η καρικατούρα μιας ολόκληρης χώρας (της Λιθουανίας) στη μετα-μοντέρνα εκεί περιπέτεια του Τσιπ, η ευκολία με την οποία μια γριά γυναίκα προμηθεύεται βαρβιτουρικά ή ένας γιος κλέβει τον πατέρα του. Η θεωρητικά καταλυτική, εξάλλου, σκηνή του τελευταίου δείπνου δεν οδηγεί στην κορύφωση που μάλλον περίμενε ο αναγνώστης. Υπάρχουν βέβαια και στιγμές συγκλονιστικές, όπως η περιγραφή της αδήριτης οικογενειακής κόλασης στο σπίτι του Γκάρι ή η καταβύθιση της Ντενίζ στην προσωπική της αλήθεια. Όλα αυτά, όμως, έχουν τελικά δευτερεύουσα σημασία μπροστά στην ενέργεια που εκλύει το βιβλίο, τον διανοητικό και ψυχικό δυναμισμό και την καθαρά αμερικανική ζωτικότητά του. Ο συγγραφέας προσπαθεί να δημιουργήσει έναν κόσμο εντελή κι αποτυγχάνει, ξέροντας πως στο ταξίδι δεν άφησε αδιάφορο κανέναν.

«ΕΙΝΑΙ ΨΥΧΑΣΘΕΝΗΣ»

«Η μητέρα μου τηλεφώνησε επειδή έχει μια λογική απαίτηση για τα Χριστούγεννα»

«Λογική; Γκάρι, είναι ψυχασθενής.»

«Καρολάιν κόφτο. Θα πουλήσουν το σπίτι και μας θέλουν όλους για μια τελευταία φορά εκεί προτού πεθάνουν, Καρολάιν, προτού πεθάνουν».

 

Βιογραφικό

  • Βιογραφικό

    Γεννήθηκα το 1962 στην Αθήνα, από πατέρα δικαστή (τρίτη γενιά νομικών στην οικογένεια και μάλλον τελευταία) και μητέρα αρχαιολόγο, με πελοποννησιακή, εξ αμφοτέρων, καταγωγή.

    Περισσότερα...