Η επόμενη μέρα μετά την απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου
ΤΑ ΝΕΑ 02/12/02
Στην υπόθεση της λεγόμενης «βασιλικής περιουσίας», που έληξε οριστικά με την από 28 Νοεμβρίου 2002 απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, η αξιοπιστία των ελληνικών μεταπολιτευτικών θεσμών δοκιμάστηκε πολλές φορές και σκληρά. Κανείς δεν κέρδισε, εκτός βέβαια από τον τέως, που βρήκε την ευκαιρία να μπει, ως μη όφειλε, στο πολιτειακό παιχνίδι, και μάλιστα με το αζημίωτο. Γι' αυτό οι όποιες τάσεις θριαμβολογίας για την απόφαση εκθέτουν τη συλλογική ευαισθησία μας, όχι όμως τόσο βάναυσα όσο οι φωνές για δήθεν ταπείνωση της ελληνικής κυβέρνησης. Υπάρχουν ζητήματα στα οποία ο λαϊκιστικός και αποπροσανατολιστικός αντιπολιτευτικός λόγος πλήττει το κύρος μιας δημοκρατίας πιο βαθιά και πιο ύπουλα από τους συνήθεις και αναγκαίους διαξιφισμούς που συνοδεύουν την άσκηση της εξουσίας. Τα πολιτειακά ζητήματα, καθώς συνδέονται εγγενώς με τη συλλογική μας ταυτότητα και αντανακλούν το βαθμό κατάκτησης της πολιτικής μας αξιοπρέπειας, αποτελούν τον κατ' εξοχήν χώρο όπου η άσκηση υπεύθυνης αντιπολίτευσης συνιστά κάτι παραπάνω από υποχρέωση, καθήκον. Ο θεσμικός αναλυτής οφείλει, με πλήρη συναίσθηση της βαρύτητας της φράσης, να επισημάνει ότι, στην προκείμενη περίπτωση, η αξιωματική αντιπολίτευση δεν ανταποκρίθηκε σε αυτό το καθήκον της.
Δεν αναφέρομαι μόνο στην «ιδία ευθύνη» του συγκεκριμένου κόμματος - του οποίου οι πράξεις, όπως εξάλλου και εκείνου που σήμερα βρίσκεται στην κυβέρνηση, πρέπει να ιδωθούν μέσα στην ιστορική τους συνέχεια. Αν και είναι αναμφισβήτητο ότι χωρίς την ψήφιση του Ν. 2086/1992, που κύρωσε τη σύμβαση αναγνώρισης περιουσιακών δικαιωμάτων στον τέως, δεν θα είχαν καν γεννηθεί αιτίες, πόσο μάλλον νομικές προϋποθέσεις, βασιλικών διεκδικήσεων μετά το δημοψήφισμα του 1974, το ζητούμενο σήμερα είναι άλλο από την απόδοση ευθυνών. Είναι η αντιμετώπιση, επιτέλους, των μεγάλων θεσμικών ζητημάτων χωρίς προσπάθεια άντλησης μικροκομματικών κερδών, που και τη νοημοσύνη των πολιτών υποτιμά και την ιστορική αλήθεια συσκοτίζει. Αυτή όμως την οδό επέλεξε, δυστυχώς, η μείζων αντιπολίτευση στο συγκεκριμένο θέμα: αντί να χαιρετίσει, ως όφειλε, τη μεγάλη νομική νίκη που συνιστά η δραματική μείωση του ποσού από τα δυσθεώρητα ύψη που ζητούσε ο τέως, πρόβαλε ως ήττα το ίδιο το γεγονός της αποζημίωσης, το οποίο όμως είχε κριθεί σε άλλη δίκη και χάρις στη «συμβολή» του δικού της νόμου. Κι αντί να σταθεί στο κέρδος που αποτελεί για τη δημοκρατία μας ο οριστικός ενταφιασμός των βασιλικών απαιτήσεων (μαζί με τη συμβολική ταπείνωση κάποιου που, ενώ δήθεν μάχεται υπέρ των συμβόλων, ακούει ένα διεθνές δικαστήριο να αποφαίνεται ξεκάθαρα ότι η αποζημίωσή του δεν μπορεί να είναι πλήρης, ακριβώς γιατί η «απόκτηση» αλλά και η «απώλεια» της περιουσίας του συνδέονται άρρηκτα με τους θεσμούς που καταπάτησε), προσπάθησε να παίξει με το συναίσθημα των πολλών που δεν είναι πάμπλουτοι, αναρωτώμενη αν είναι μικρό το ποσό που τελικά επιδικάστηκε. Το ποσό, από μόνο του, δεν είναι βέβαια μικρό. Είναι όμως μικρότερο από αυτό που πιθανότατα θα κατέβαλλε η κυβέρνηση, αν, εισακούοντας την αξιωματική αντιπολίτευση, συμβιβαζόταν με τον τέως. Και είναι αξιοπρεπέστερο για ένα δημοκρατικό κράτος να μην παρακαλά και να μη συνδιαλέγεται με εκείνον που τον αποδοκίμασε η Ιστορία και η λαϊκή ετυμηγορία, αλλά και να προσπαθεί να αναιρέσει - και στην ουσία να δικαιώνεται - τη συμβιβαστική λογική εκείνων που εφευρίσκουν εκ των υστέρων τρόπους να ξοδέψουν χρήματα που ποτέ δεν κέρδισαν. Εν ου παικτοίς, λοιπόν, η αξιωματική αντιπολίτευση. Όχι όμως, ασφαλώς, εν ου κριθείς.
Social Media