Για όποιον μάλιστα επιμένει, όπως ο παρών συνομιλητής σας, ότι μέτρο της κρίσης για το επίπεδο της δημοκρατίας σε μια χώρα και για τη λειτουργία του πολιτεύματός της είναι ο σεβασμός στους θεσμούς, η έμπρακτη και συνεχής απόδειξη της εξουσίας ότι ενεργεί με γνώμονα την προστασία του γενικού καλού και δεν το χρησιμοποιεί για να προχωρήσει τα πιόνια της στη σκακιέρα της κομματικής σκοπιμότητας, η απορία διπλασιάζεται.
Η πρόσφατη νομοθετική πρωτοβουλία σχετικά με τους γιαλούς και τις παραλίες είναι δυσεξήγητη, ακόμα και παρεξηγήσιμη, τόσο από πολιτική όσο και από θεσμική άποψη. Κανένα όφελος δεν ήταν δυνατόν να αναμένεται από ένα νομοσχέδιο που, για μια ακόμα φορά, αιφνιδίασε την πολιτική τάξη και το κοινωνικό σώμα και, το κυριότερο, διακατεχόταν από τη λογική της λύσης υπαρκτών προβλημάτων διά της δημιουργίας πολύ μεγαλύτερων και μάλιστα στον κατ' εξοχήν ευαίσθητο τομέα της ποιότητας ζωής. Η κυβέρνηση όφειλε ήδη να το έχει καταλάβει από την περιπέτεια του Ασφαλιστικού. Στο έργο της, ένα έργο μέχρι στιγμής άνισο αλλά κάθε άλλο παρά αμελητέο, το πώς ενεργεί, νομοθετεί, απευθύνεται στον λαό ή στους ψηφοφόρους της αποκτά και θα συνεχίσει ν' αποκτά ολοένα και μεγαλύτερη συμβολική και πολιτική σημασία.
Με το νομοσχέδιο που προκάλεσε τόσο πολλές και τόσο δίκαιες αντιδράσεις φαίνεται ότι οι επιδιωκόμενοι στόχοι ήταν τουλάχιστον τρεις: να καθορισθεί μια πιο «σύγχρονη» ισορροπία ανάμεσα στα αντικρουόμενα, και σ' αυτό το πεδίο, δικαιώματα απόλαυσης της φύσης και ανάπτυξης μέσα στον δεδομένο χώρο· να «τακτοποιηθούν» καταστάσεις που έχουν εκ των πραγμάτων δημιουργηθεί συχνά αντίθετα στην πολιτική βούληση ή και στον ίδιο τον νόμο (δόμηση «πάνω στο κύμα», ανυπαρξία ολοκληρωμένης χάραξης των αιγιαλών)· τέλος, υπορρήτως, αλλά, φοβούμαι, αναποφεύκτως να «διευκολυνθεί» μέσω νομικών ρυθμίσεων η επίσπευση κάποιων έργων, στην πρώτη γραμμή των οποίων βεβαίως όσα σχετίζονται με την Ολυμπιάδα.
Τους στόχους αυτούς, τουλάχιστον τους δύο πρώτους, θα μπορούσε κανείς να τους κατανοήσει. Είναι όμως σχεδόν αδύνατο να αποδεχθεί ότι η επίτευξή τους μπορούσε να περάσει μέσα από την, έστω φραστική (που όλοι ξέρουμε ότι δεν είναι μόνο τέτοια), δυνατότητα περαιτέρω οικοδόμησης στο πιο χαρακτηριστικό και ευαίσθητο ελληνικό οικοσύστημα. Ούτε βέβαια αποτελεί εδώ δικλίδα ασφαλείας (το αντίθετο μάλιστα) η αναφορά στην έννοια του «γενικού συμφέροντος», αφού ακριβώς μέριμνα του νόμου, αν θέλει να είναι πραγματικά προστατευτικός, είναι να αποκλείσει, και όχι να επιτρέψει, την από τη φύση της δυνάμει καταχρηστική στα χέρια της εξουσίας χρήση της αόριστης αυτής έννοιας.
Το μόνο σχετικά ελπιδοφόρο από όλη αυτή την ιστορία είναι η σθεναρή, εύληπτη και, τελικά, αποτελεσματική εναντίωση αρκετών βουλευτών της συμπολίτευσης σε μια τέτοιου είδους θεσμική φιλοσοφία. Είναι ακόμα νωρίς για να πούμε αν αυτή η στάση προμηνύει την ανάδειξη ενός νέου είδους βουλευτή. Όμως για την κυβέρνηση, θα ήταν κρίμα ο ιστορικός του μέλλοντος να συγκρατήσει ως βασική διαφορά από τις προκατόχους της το γεγονός ότι είχε το ένοχο θάρρος να αποσύρει τα νομοσχέδια με τα οποία είχε θερίσει αχρείαστες θύελλες.

Social Media