Το πεδίο της κοινής εξωτερικής πολιτικής και άμυνας, ο λεγόμενος «τρίτος πυλώνας» της Ένωσης, υπήρξε για χρόνια το παραπαίδι της ευρωπαϊκής διαδικασίας. Η βολική ύπαρξη της Ατλαντικής Συμμαχίας, ο κυρίαρχος οικονομικός προσανατολισμός της Ενωμένης Ευρώπης, τα αντικρουόμενα συμφέροντα των εταίρων αλλά και η ολοένα και μεγαλύτερη απομάκρυνση της πιθανότητας ενός πολέμου εντός των συνόρων της Γηραιάς Ηπείρου εξοβέλιζαν μονίμως το θέμα στον πάτο της ευρωπαϊκής ατζέντας.
Τα πράγματα άλλαξαν άρδην με το ξέσπασμα της γιουγκοσλαβικής τραγωδίας. Ήδη από τη Σύνοδο Κορυφής του Ελσίνκι, τον Δεκέμβριο του 1999, είχε αποφασισθεί η δημιουργία ενός σώματος ταχείας επέμβασης, δύναμης περίπου εξήντα χιλιάδων ανδρών και η απορρόφηση της πρόσκαιρης Δυτικοευρωπαϊκής Ένωσης από το ΝΑΤΟ. Με τον πόλεμο στο Κόσοβο παγιώθηκε η δεύτερη κρίσιμη στροφή, η ανάληψη πρωτοβουλιών από τη Μεγάλη Βρετανία και η προσέγγισή της, παρά την εντελώς διαφορετική στρατηγική της αντίληψη, με τη Γαλλία. Η ευρωπαϊκή άμυνα απέκτησε πρόσωπο (του γνωστού και μη εξαιρετέου κυρίου Σολάνα), ατμομηχανή (το αταίριαστο ζευγάρι Βρετανίας - Γαλλίας δρα παρακάμπτοντας ή και βραχυκυκλώνοντας τη Γερμανία) και προοπτική.
Για τους θιασώτες μιας ουσιαστικά πολιτικής Ένωσης, για όλους δηλαδή, πιστεύω, τους γνήσιους ευρωπαϊστές, η ύπαρξη ενός κοινού στρατού, έστω και με τη σημερινή μορφή του μεταβλητού σώματος με αποκλειστική αρμοδιότητα διαχείρισης κρίσεων, μπορεί κατ' αρχήν να θεωρηθεί θετική. Η σύλληψη όμως της κοινής άμυνας γεννά τρία προπατορικά ερωτήματα, που γρήγορα αποδεικνύονται αμαρτήματα: Πώς συνδέεται αλλά και πώς επιτρέπεται να διαπλέκεται η άμυνα του αυτόνομου ευρωπαϊκού μορφώματος με τις δομές και τις επιδιώξεις του ΝΑΤΟ, άρα των Ηνωμένων Πολιτειών; Πώς θα απορροφηθούν, ειδικά στον τομέα αυτό, οι δυνάμεις αλλά και οι νοοτροπίες των υπό ένταξη ανατολικο-ευρωπαϊκών χωρών; Πώς πρέπει να ερμηνευθεί, και με τι επιφυλάξεις να αντιμετωπισθεί, ο νεόκοπος ζήλος της Βρετανίας, για την οποία είναι αυτονόητο ότι η αμυντική Ευρώπη περνάει αποκλειστικά μέσα από τις δομές της Ατλαντικής Συμμαχίας;
Η Ελλάδα είναι, μοιραία, η χώρα που νιώθει στο πετσί της αυτές τις αντιφάσεις. Μόνη χώρα της Ένωσης με απειλές κατά της εδαφικής της ακεραιότητας, μέλος του ΝΑΤΟ αλλά υπέρμαχος μιας διεθνούς εγγύησης των συνόρων της από οργανισμούς στους οποίους δεν θα περιλαμβάνεται η «σύμμαχος» Τουρκία, εξαρτημένη αλλά με μόνιμη διάθεση χειραφέτησης, από τις ΗΠΑ, η χώρα μας έχει κάθε λόγο να υποστηρίζει μια αυτόνομη ευρωπαϊκή αμυντική πολιτική, άρα την ενίσχυση του ευρωστρατού. Μόνο που στο παιχνίδι αυτό είναι σχεδόν μόνη της και πάντως αντίθετη με όλους τους «μεγάλους».
Γι' αυτό η αμερικανο-βρετανο-τουρκική διπλωματία που κατέληξε στο «έγγραφο της Κωνσταντινούπολης», καθώς και οι πιέσεις των χωρών της Ένωσης, εντάσσονται απόλυτα στη δυναμική των εξελίξεων, όχι όμως στη λογική των ευρωπαϊκών θεσμών. Γι' αυτό, επίσης, η ψύχραιμη και νηφάλια ελληνική στάση, που απέτρεψε τα χειρότερα στη Σύνοδο του Λάακεν, δεν ήταν ούτε αυτονόητη ούτε ανάξια επαίνου. Το πρόβλημα όμως παραμένει όσο τα πράγματα δεν ξεκαθαρίζουν, δηλαδή οι εταίροι μας ξεχνούν για ποιους λόγους κτίζεται η Ευρώπη και τι είναι αυτό που πρέπει κατά προτεραιότητα να προστατεύεται.

Social Media