Όσο περισσότερο διαβάζεις τόσο πιο πολύ νιώθεις την ανάγκη να ξαναγυρίσεις στα ήδη διαβασμένα. Το 'νιωσα φέτος εντονότερα από άλλες χρονιές, ψάχνοντας θέματα, και ιδίως μοτίβα, για να συνομιλήσω μαζί σας. Σφραγίστηκε δε αυτή η τάση από την αναπόφευκτα σχηματική αλλά χρήσιμη αποτίμηση του «ελληνικού λογοτεχνικού κανόνα», όπως δημοσιεύτηκε σε φύλλο αυτού του ενθέτου, με την ευκαιρία της κεντρικής ελληνικής παρουσίας στη φετινή πανήγυρη της Φρανκφούρτης. «Ακυβέρνητες Πολιτείες» και «Κιβώτιο», λοιπόν, να τι θα 'παιρναν οι περισσότεροι ειδικοί για να γλυκάνουν τις ώρες στο έρημο νησί. Κι έτσι είναι, δε χρειάζεται να προσθέσουμε τίποτα. Για μένα, πάντως, έναν αναγνώστη με προτιμήσεις που γέρνουν, φύσει και θέσει, στην πλευρά της πεζογραφίας, το ξανασκύψιμο πάνω στο Κιβώτιο στάθηκε η αφορμή να λοξοδρομήσω καθυστερημένα στον ποιητή Άρη Αλεξάνδρου. Ποιητή πολιτικό, βέβαια, αλλά διόλου, πιστεύω, «της ήττας». Με τα Ποιήματά του, στην αρχή παιδιά της ελπίδας («Ακόμα τούτη η Άνοιξη», 1946), μετά της φυλακής («Άγονος γραμμή», 1952) και τέλος της πίκρας που δεν αναιρεί τον αγώνα («Ευθύτης οδών», 1959), ο Αλεξάνδρου κατήγαγε στα μάτια μου τριπλή νίκη: νίκη του λόγου ως εργαλείου ήθους, νίκη του ανθρώπου που κάνει σημαία του την αυτοσυγκράτηση, νίκη της πολιτικής που έχει τη δύναμη να μείνει πιστή στις αρχές της. Μ' ένα λακωνικό επίγραμμα που προόριζε για τον εαυτό του (φίλε ή αντίπαλε μην τ' αναγγείλεις πουθενά / δεσμώτης τήδε ίσταμαι τοις ένδον ρήμασι πειθόμενος), ο συγγραφέας του σπουδαιότερου ελληνικού πεζογραφήματος του εικοστού αιώνα δίνει το νοητό στίγμα μιας χαμένης ποιητικής. Όπως κάνει, με το δικό του τρόπο, αλλά με κοινές οφειλές στον Καβάφη, κι ένας ξένος μείζων ποιητής, ο Πολωνός Χέρμπερτ, στις Ιστορίες του κυρίου Κόγκιτο, που, επιπλέον, ανέδειξαν ξανά την ευαισθησία και το μάτι του ποιητή-μεταφραστή τους.
Η εξοικείωση με το δοκίμιο έχει χάρες αλλά κρύβει και παγίδες. Και πάλι θα μιλήσω με βάση τα δικά μου διαβάσματα: το διαμάντι σπάνια είναι αυτό που περιγράφεται ή προαναγγέλλεται ως τέτοιο και η πρόκληση ευφορίας στον αναγνώστη είναι θέμα ήθους και γραφής περισσότερο απ' ό,τι θεματολογίας. Το δοκίμιο αυτοπροσδιορίζεται ως σκέψη κι επικοινωνία, αλλά, για ν' αγγίξει, πρέπει, για μένα τουλάχιστον, να 'ναι νόηση εν κινήσει, ν' αποπνέει πρωτοτυπία, έκπληξη και σαγήνη. Τέτοια χαρακτηριστικά είχε και γι' αυτό μεγάλη αναγνωστική ευφορία μού προκάλεσε Το μυθολογικό κενό του Αλέξη Πολίτη. Οι μύθοι γενικώς με ελκύουν, τ' ομολογώ, αλλά πιο πολύ ο περί σύγχρονης Ελλάδας λιτός και μαζί χιουμοριστικός, ενήμερος, όχι, όμως, στρυφνός, δηκτικός, χωρίς να γίνεται ποτέ πικρός, λόγος του συγγραφέα. Η πραγματική κληρονομιά του Εικοσιένα, η αυθεντικότητα του λαϊκού, οι αισθητικές υπεραπλουστεύσεις της πολιτικής τάξης, η ποίηση του Διονύση Σαββόπουλου, και τόσα άλλα, είναι θέματα συναρπαστικά κι ανοικτά, ζητήματα πολιτικά, και πάλι, με την ευρύτερη έννοια.
Ο στοχασμός περί τη φήμη, περί την αναγνώριση γενικότερα, γρήγορα γίνεται έμμονη ιδέα σ' όποιον μαθαίνει να ζει με τα βιβλία και άρα με τους συγγραφείς. Τη χρονιά που φεύγει το μεγαλύτερο λογοτεχνικό βραβείο απονεμήθηκε σε συγγραφέα που συζητήθηκε κυρίως για τις θέσεις του απέναντι στο αίφνης παγκόσμιας εμβέλειας ισλαμικό φαινόμενο. Λιγότερο μίλησαν και, πιστεύω, μπορούν να μιλήσουν τα βιβλία του. Αφαιρεί κάτι άραγε αυτό ο λόγος περί ιδεών και η σιωπή των βιβλίων από την παγκόσμια καταξίωση; Την ίδια χρονιά, το πιο δημοφιλές ξένο βιβλίο στη χώρα μας ήταν η «Άγνοια», το τελευταίο, αλλά, κατά τη γνώμη μου, από τα πιο ισχνά ενός πάλαι ποτέ μεγάλου συγγραφέα. Αφαιρεί άραγε κάτι από τη γενική αξία του Κούντερα η παρατεταμένη γαλλική ξηρασία του ή, αντιθέτως, το «πέρασμά του στη Δύση» ήταν ο αναγκαίος μοχλός για την ανάδειξή του σε σούπερ σταρ της παγκόσμιας σκηνής; Η διαπλοκή έργου και προσωπικότητας, καταξίωσης και επιτεύγματος, είναι από μόνη της μείζον και ανεξάντλητο λογοτεχνικό θέμα. Δίνει, όμως, και μαγιά για παιχνίδια στην ίδια τη ζωή. Όπως μάθαμε στον ενδιαφέροντα αν και πολύλογο Θάνατο της λογοτεχνίας, ο Πωλ ντε Μαν, μέγας κριτικός της λεγόμενης αποδόμησης, έμαθε εις βάρος του πως, αντίθετα από τη θεωρία του που ήθελε τα πάντα να είναι κείμενο, στη ζωή τα πάντα μπορούν να μετατοπισθούν έξω από το κείμενο: η αποκάλυψη, μετά το θάνατό του, κάποιων πρώιμων οριακά φιλοναζιστικών άρθρων της νεότητάς του οδήγησε ειδικούς και δημοσιογράφους, φίλους και εχθρούς, σε μια ατέρμονη συζήτηση για τη σχέση της προσωπικής ιστορίας του με το έργο του κι όχι του έργου του με την ιστορία της λογοτεχνίας. Κάτι ανάλογο θα πρέπει να αισθάνεται ο μεγιστάνας Τζωρτζ Σόρος διαβάζοντας σήμερα το βιβλίο του πατέρα του Masquerade. Ο Τίβανταρ Σόρος είναι ο καθρέφτης και μαζί το αντίθετο του γιου: έμεινε άγνωστος, παράγοντας το σπουδαιότερο έργο, σώζοντας τη ζωή όλης της οικογένειας μέσα στη ναζιστική θύελλα αλλά επιβίωσε μεταχειριζόμενος το μυαλό του κι αγνοώντας την παραδοσιακή ηθική: όπως ο γιος του, χρόνια αργότερα, θα γινόταν ο πλουσιότερος αντικαπιταλιστής του κόσμου, έτσι κι ο πατήρ Σόρος υπήρξε ο πιο gentile Εβραίος, πλαστογραφώντας έγγραφα που «μετέβαλλαν» τη φυλή όλης της οικογένειας. Και, μάλιστα, οι συνέχειες ζωής και μυθοπλασίας δεν σταματούν εκεί. Στο τελευταίο του, ακυκλοφόρητο ακόμα στην Ελλάδα, βιβλίο The human Stain ο Φίλιπ Ροθ πλάθει (;) το πορτρέτο ενός μαύρου καθηγητή που πέρναγε σ' όλη του τη ζωή για λευκός.
Θυμηθείτε, τέλος, ότι, και στη λογοτεχνία, όμορφο είναι το απλό. Κι ότι το απλό σχεδόν ποτέ δεν είναι εύκολο. Το κατάλαβα διαβάζοντας το Μικρό Πρίγκιπα στο γιο μου, στην παλιά εκείνη έκδοση του Ηριδανού, σε μετάφραση και με πρόλογο Στρατή Τσίρκα. Μιλώντας, αγκαλιά, για τα μπαομπάμπ και τον πλανήτη με τα σαράντα τρία ηλιοβασιλέματα, κατάλαβα (καταλάβαμε, ίσως) τι είναι, ή τι θα 'πρεπε να 'ναι, η λογοτεχνία: το μοίρασμα της συγκίνησης με λέξεις, αλλά πολύ πέρα από τα λόγια.

Social Media