Από το δύο, στο σχεδόν τίποτα

Το χάσμα ολοένα μεγαλώνει, αφού αντί για δύο κουλτούρες έχουμε αναρίθμητες αλλά απρόσωπες και συχνά άφατες αντικουλτούρες

ΤΑ ΝΕΑ 25/11/00

 

Μία από τις ευρύτερα χρησιμοποιούμενες τον τελευταίο καιρό εκφράσεις-κλειδιά (για κάθε, δυστυχώς, πόρτα) είναι εκείνη περί των «δύο Ελλάδων». Εκκινώντας από μια εύστοχη κοινωνιολογικής φύσης παρατήρηση, ότι η μεταξύ των Ελλήνων συνεννόηση γύρω από τις βασικές αξίες καθίσταται όλο και πιο δύσκολη, γιατί όλο και περισσότερο συναρτώμενη με την προάσπιση στενά νοούμενων συμφερόντων, και εμπεριέχοντας μιαν υπολανθάνουσα αξιολογική κρίση εις βάρος της στενότητας αυτών των συμφερόντων αλλά και του περιορισμού των συλλογικών οριζόντων που συνεπάγεται, η έκφραση μίλησε στην ψυχή πολλών ­ κυρίως μεταξύ εκείνων που πιστεύουν ακόμα ότι η αντίσταση στον κομφορμισμό είναι αρετή. Η πατρότητά της οφείλεται, απ' όσο τουλάχιστον γνωρίζω, στον Γιώργο Γραμματικάκη και στις προ δεκαετίας προκλητικά ευαίσθητες επιφυλλίδες του (συγκεντρωμένες το 1996, με ισάξιας ποιότητας μεράκι, στον τόμο «Κοσμογραφήματα» των Εκδόσεων Πόλις). Έκτοτε όχι μόνο κύλησε πολύ νερό κάτω από τις (φθαρμένες) γέφυρες της κοινωνικής μας ζωής, αλλά και «παραφορέθηκε» η αρχική ιδέα, με αποτέλεσμα να χάσει μεγάλο μέρος από τη δύναμη και την αλήθεια της. Πρόσφατα ακούσαμε για τις «δύο Ελλάδες» όταν συνέπεσε η τραγωδία του «Σαμίνα» με κάποια χρυσά ελληνικά μετάλλια στο Σίδνεϊ (η Ελλάδα που βυθίζεται και η Ελλάδα που λάμπει), ως επιχείρημα στην περί των ταυτοτήτων διαμάχη (η Ελλάδα του φωτός και του σκότους, ή, ανάλογα με την οπτική γωνία, της πίστης και της παρακμής), ακόμα και από το στόμα του Πρωθυπουργού (αν και εκεί μπερδεύτηκε το πράγμα: αν η Ελλάδα που λοιδορείται αναδεικνύεται εύκολα, η Ελλάδα που ευθύνεται καλύπτεται από πολύ πιο αιδήμονα σιωπή). Έτσι παρουσιασμένες, εύκαμπτες σαν πλαστελίνη και ευφάνταστες σαν κείμενο πολιτικού αρχηγού, οι «δύο Ελλάδες» δεν σημαίνουν πια τίποτα, δεν είναι παρά κενό ­ και γι' αυτό κακό ­ ρητορικό σχήμα. Και είναι κρίμα, γιατί αν και ελάχιστα πρωτότυπη, όπως θα δούμε, ως ιδέα, η αδυναμία συνεννόησης κατηγοριών ανθρώπων με υποθετικά κοινούς στόχους διατηρεί μια συνεχώς ανανεούμενη επικαιρότητα.

Ο Τ. Σ. Έλιοτ στα 6 του βυθισμένος σε ένα βιβλίο και μία γιατρός βυθισμένη στα μικροβιολογικά πειράματά της. Ποια από τις δύο κουλτούρες, η κουλτούρα των ιδεών ή η επιστημονική μπορεί να βελτιώσει τον κόσμο; Ο προβληματισμός αυτός μπορεί να μεταφερθεί στην πολιτική, για να καταδείξει την ανάγκη ύπαρξης της διαπάλης ιδεών

Τον Μάιο του 1959, στο Κέμπριτζ, ένα απογευματάκι (με εγγλέζικο, φαντάζομαι, ψιλόβροχο), ένας εύσωμος, πνευματώδης, κακοντυμένος, διοπτροφόρος καθηγητής (δηλαδή ένας κλασικός Εγγλέζος διανοούμενος) έδωσε μια διάλεξη που έμελλε να αφήσει εποχή, όχι τόσο γι' αυτά που αποκάλυψε αλλά για τη χορδή που άγγιξε. Τίτλος της «Οι δύο κουλτούρες και η επιστημονική επανάσταση». Σε αυτήν τη διάλεξη, ο σερ Τσαρλς Σνόου (που όλοι, εχθροί και φίλοι, προσφωνούσαν Σι Πι), ερευνητής φυσικός στο επάγγελμα αλλά και εμπορικά επιτυχημένος μυθιστοριογράφος από (εγγλέζικο) χόμπι, αντιπαρέβαλε τους «διανοούμενους των γραμμάτων» (στους οποίους, κατά τη γνώμη του, κάθε άλλο παρά ανήκε) με τους «επιστήμονες» (και δη τους ερευνητές των φυσικών επιστημών, που μόνο από ευεργεσία συγχρωτίζονταν με τους απλούς εφαρμοστές), για να διαπιστώσει ότι χάσμα αγεφύρωτο χώριζε τις δύο κατηγορίες. Κι αν θεώρησε το σχίσμα εγγενές, την έλλειψη κατανόησης, την υποτίμηση και τη δυσπιστία που χαρακτηρίζει τις εκατέρωθεν σχέσεις δυσάρεστα και παρακωλυτικά της προόδου της ανθρωπότητας συμπτώματα, δεν δίστασε να πάρει και θέση για το ποια «κουλτούρα» άξιζε στα μάτια του να επικρατήσει: οι επιστήμονες παρουσιάζονται ως η μεγάλη ελπίδα μπροστά στην οικονομική και κοινωνική κρίση, οι μόνοι με ηθική υγεία και ενδιαφέρον για το συλλογικό καλό, ενώ η «παραδοσιακή διανόηση» είναι γαντζωμένη στο χτες, στους βυζαντινισμούς της έκφρασης, ανίκανη να καταλάβει το σήμερα και να προετοιμάσει ένα καλύτερο αύριο (δεν εκφράζεται έτσι ο Σνόου, αλλά σε τέτοιες διατυπώσεις φοβούμαι πως οδηγεί όποιον δεν έχει το τυπικά εγγλέζικο ταλέντο του).

Ακόμα κι αν ήθελαν, οι δύστυχοι διανοούμενοι δεν μπορούν να κατανοήσουν την επιστήμη, ώστε να μιλήσουν στο μεγάλο τραπέζι του Κέμπριτζ (εδώ ο Σνόου τα λέει έτσι ακριβώς), πάνω από μια καλοψημένη πουτίγκα (προσθέτω εγώ), σαν ίσοι προς ίσους με τους επιστήμονες συναδέλφους τους, για τη μεγάλη ανακάλυψη της μη διατήρησης της ομοτιμίας. Και αυτή η άγνοιά τους δεν μπορεί βέβαια σε καμία περίπτωση να θεωρηθεί ισοβαρής με ενδεχόμενη αδυναμία εκ μέρους των επιστημόνων να ανακαλέσουν στη μνήμη λίγους στίχους από τα σονέτα του Σαίξπηρ, αφού ψωμί στους φτωχούς δεν θα δώσει ο βάρδος του Στράτφορντ αλλά τα εργοστάσια του κοντινού Σκάφολντ (ή κάπως έτσι). Ο Σνόου δεν είναι τόσο ειρωνικός όσο τον παραφθείρει η δική μου πένα και πάντως θέτει τελικά τη διαπίστωση του μεγάλου σχίσματος στην υπηρεσία καλού σκοπού: στην επανεκτίμηση του εκπαιδευτικού συστήματος, ώστε με σωστότερα μαθήματα, δηλαδή περισσότερα μαθηματικά, να παραχθούν περισσότεροι επιστήμονες, που νομοτελειακά θα καταπολεμήσουν αποτελεσματικότερα τη φτώχεια, την πείνα και την ανισότητα στον κόσμο.

Η διάλεξη συγκλόνισε και συζητήθηκε, εκδόθηκε σε βιβλίο (στα ελληνικά κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, με τον τίτλο «Οι δύο κουλτούρες» και ιδιαίτερα κατατοπιστική εισαγωγή του Στέφαν Κολίν) και προκάλεσε βέβαια κριτική. Ο κυριότερος πολέμιος του Σνόου, ο εξίσου Κεμπριτζιανός πνευματώδης, διοπτροφόρος κ.λπ. υφηγητής της Αγγλικής Λογοτεχνίας Εφ Αρ Λήβις, αρνήθηκε την αυθεντία του Σνόου, καταβαράθρωσε το στυλ του και ανήγαγε τη μεγάλη λογοτεχνία (που μόνη τον ενδιαφέρει) στην πιο πολύτιμη κιβωτό τον ανθρώπινων εμπειριών και αντιδράσεων. Ήγειρε ή υπονόησε, όπως φαντάζομαι κάθε αφανάτιστος άνθρωπος, τις λογικές και πραγματολογικές αδυναμίες της επιχειρηματολογίας του Σνόου. Ποιο είναι άραγε το κριτήριο της «επιστήμης» ­ η αλήθεια, η γνώση, η πνευματική αναζήτηση; Και αν είναι πράγματι κάποιο από αυτά, πώς δικαιολογείται οι κοινωνικές επιστήμες, για παράδειγμα, να μη θεωρούνται επιστήμες; (το θέμα με ενδιαφέρει και προσωπικά, γιατί πέρασα κάποτε ένα ολόκληρο βράδυ υπερασπιζόμενος, μάταια, την επιστημονική μου ιδιότητα ενώπιον της καλής αλλά βιολόγου φίλης που τελικά μού χάρισε το βιβλίο του Σνόου). Πώς δικαιολογείται για έναν άνθρωπο που φιλοδοξεί να διατυπώσει μια γενική θεωρία η σύγχυση ανάμεσα στον «τρόπο» και το «μήνυμα» ενός λογοτεχνικού έργου; (ο Ντοστογιέφσκι δεν ήταν μισάνθρωπος επειδή περιέγραφε έναν κόσμο και σχέσεις χωρίς ανθρωπιά, όπως και οι επίγονοί του δεν ήταν φιλοπρόοδοι μόνο και μόνο γιατί στα βιβλία τους είχαν ως ήρωες βιομηχανικούς εργάτες). Τι επιτρέπει το άλμα από την επιστημονική πρόοδο στην παγκόσμια βελτίωση ή μήπως οι αναγκαίοι μεσολαβητές της προσπάθειας, οι πολιτικοί, πρέπει, στο σχήμα του Σνόου, να είναι οι ίδιοι τέτοιου επιπέδου επιστήμονες που δεν θα τους μένει καιρός να αποφασίσουν πώς θα χρησιμοποιήσουν τις εφευρέσεις τους; (και ευρύτερα, μπορεί, αλλά και πρέπει, οι πολιτικοί να είναι αναγκαστικά αυτό που ονομάζουμε σήμερα τεχνοκράτες;).

Το πιο εντυπωσιακό πάντως είναι ότι, παρά τα κενά της, η διάκριση του Σνόου επικράτησε και ρίζωσε ως έκφραση αλλά και ως αίσθηση (εξάλλου και ο ίδιος ο Λήβις δεν αρνήθηκε τη διαφοροποίηση αλλά τις συνέπειές της και τις αξιολογήσεις που απέρρεαν). Το νιώθουμε συχνά πράγματι αυτό το αίσθημα «ζωής σε άλλο κόσμο» όταν προσπαθούμε να επικοινωνήσουμε με ανθρώπους που κινούνται σε εντελώς διαφορετικό από το δικό μας γνωσιολογικό πεδίο. Το έχουμε όμως ακόμα περισσότερο σήμερα αυτό το αίσθημα, θα πρόσθετα, συνδέοντας τις «δύο κουλτούρες» με τις «δύο Ελλάδες» της αρχής, ανεξαρτήτως γνώσεων και επιστημονικών πειθαρχιών. Η καθημερινότητα της τεχνολογίας, η ενθρόνιση του υπολογιστή ως προέκταση του χεριού των περισσοτέρων από όσους εργάζονται με το μυαλό τους, η καλπάζουσα πολιτιστική παγκοσμιοποίηση που συνοδεύει την οικονομική, αλλά και η υποβάθμιση της μαθησιακής διαδικασίας σε όλα τα επίπεδα, έχουν λειάνει, πιστεύω, την αδυναμία των μη φυσικών να καταλάβουν τη θεωρία της μαύρης τρύπας του Διαστήματος, αλλά έχουν αυξήσει το χάσμα ανάμεσα σε αυτούς που θα ενδιαφερθούν για το ζήτημα και σε εκείνους που θα ακούσουν γι' αυτό αλλά θα αδιαφορήσουν πλήρως ή, ακόμα χειρότερα ίσως, θα το γευθούν ως τηλεοπτική διαφήμιση. Το σχήμα μπορεί άνετα να μεταφερθεί και στην κατ' εξοχήν δημόσια σφαίρα, την πολιτική. Οι δύο κόσμοι σήμερα δεν είναι από τη μια το δίκιο και από την άλλη το άδικο, από τη μια η οπισθοδρόμηση και από την άλλη η πρόοδος, από τη μια οι ιδέες και από την άλλη η διαχείριση, αλλά από τη μια ένας μικρός κύκλος που πιστεύει ότι συνεχίζει να έχει νόημα μια δημόσια σφαίρα και ένας αντάξιος του ονόματός του δημόσιος διάλογος και από την άλλη ένας διαρκώς διευρυνόμενος κύκλος πολιτών και επαγγελματιών της πολιτικής που περιχαρακώνονται στην ιδιωτικότητά τους, συνδέουν τις πεποιθήσεις τους με την τσέπη τους και, επειδή ζούμε στην Ελλάδα, συγχέουν την πολιτική με το πολιτεύεσθαι. Το χάσμα ολοένα μεγαλώνει, ακριβώς γιατί δεν μπορεί να υπάρξει διαπάλη ιδεών, γιατί αντί για δύο κουλτούρες έχουμε αναρίθμητες αλλά απρόσωπες και συχνά άφατες αντικουλτούρες.

Αν, όπως είχε καταλάβει και ο ίδιος ο Σνόου, το δύο είναι πολύ επικίνδυνος αριθμός, το σχεδόν τίποτα είναι σίγουρα ένας πολύ πιο επικίνδυνος τόπος ­ και όχι μόνο για τη δημοκρατία.

 

Βιογραφικό

  • Βιογραφικό

    Γεννήθηκα το 1962 στην Αθήνα, από πατέρα δικαστή (τρίτη γενιά νομικών στην οικογένεια και μάλλον τελευταία) και μητέρα αρχαιολόγο, με πελοποννησιακή, εξ αμφοτέρων, καταγωγή.

    Περισσότερα...