Σε όλα τέως

ΤΑ ΝΕΑ 04/12/00

 

Όσο περισσότερο δικαιώνεται σχετικά με την «ιδιωτική» περιουσία του τόσο βυθίζεται ο τέως άναξ στην πολιτική απαξίωση. Αυτό βέβαια ουδόλως σημαίνει ότι δεν κέρδισε μια δίκη την οποία ποτέ δεν θα έπρεπε να έχει κερδίσει.
Ακριβώς επειδή η δημοκρατία είναι ισχυρότερη από τους αναξίους της, έχει υποχρέωση να λέει την αλήθεια και να εμπιστεύεται το λαϊκό αισθητήριο ως προς τον τρόπο πρόσληψής της. Η πρόσφατη απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, όσο κι αν δεν είναι ακόμα γνωστές οι μετρήσιμες συνέπειές της, συνιστά νομική ήττα για την ελληνική κυβέρνηση ­ αλλά και για τον ελληνικό λαό ­ αφού δεν έγινε δεκτή η θέση περί μη υποχρέωσης αποζημίωσης για την απαλλοτρίωση της πρώην βασιλικής περιουσίας.

Η ήττα μάλιστα καθίσταται πιο οδυνηρή από το γεγονός ότι μπορεί να θεωρηθεί ή να βιωθεί σαν να περιέχει και μια ηθικού χαρακτήρα κρίση (άδικη στέρηση περιουσιακών στοιχείων) υπέρ αυτού που η ιστορία και ο λαός έχουν ήδη οριστικά καταδικάσει. Η ύπαρξη όμως της απόφασης και η υποχρέωση συμμόρφωσης προς αυτήν καθόλου δεν στερούν το δικαίωμα χαρακτηρισμού της ως βαθύτατα εσφαλμένης ­ και τούτο από νομική και όχι από πολιτική άποψη, αφού δεν νοείται απόδοση δικαιοσύνης που να μην συνυπολογίζει τα πολιτειακά δεδομένα.

Στη δίκη που μας ενδιαφέρει, όσο κι αν λάβουμε υπόψη τον στραμμένο στην προστασία του ατόμου και όχι των θεσμών χαρακτήρα του συγκεκριμένου δικαστηρίου, παραμένει αδικαιολόγητη η εξομοίωση με «ιδιωτική» μιας περιουσίας που συνδέεται άρρηκτα, τόσο ως προς τον τρόπο απόκτησης όσο και απόλαυσής της, με ένα συγκεκριμένο, καταργημένο τη στιγμή της αξίωσης αποζημίωσης πολιτειακό αξίωμα. Δεν γεννήθηκε περιουσιακό δικαίωμα, γιατί για τη γένεση καθοριστική σημασία έχει ο σκοπός πρόσδοσης μιας νομικής δυνατότητας, αλλά και όποιο δικαίωμα αποκτήθηκε από τη χρήση σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ιδιωτικό.

Αυτά τονίστηκαν ­ και με τον νομικά πειστικότερο δυνατό τρόπο ­ από την ελληνική πλευρά στο Στρασβούργο και πάνω σε αυτήν τη λογική είχαν καταστρωθεί οι ιστορικές αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας και του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου, υπό την προεδρία του ανθρώπου του οποίου η μνήμη καθοδηγεί αυτές τις γραμμές.

Η αλήθεια είναι βέβαια ότι η πρόσφατη απόφαση ήταν σχεδόν προδιαγεγραμμένη. Τόσο εξαιτίας της χρήσιμης σε πολλές άλλες περιπτώσεις εμμονής του δικαστηρίου στην ευρύτερη δυνατή ερμηνεία της έννοιας της «περιουσίας» όσο, κυρίως, και λόγω της εσφαλμένης τακτικής της ελληνικής Πολιτείας, που παρείχε μόνη της τα βασικά νομικά όπλα στην αντίδικη πλευρά. Με δεδομένη την ανυπαρξία (από αμέλεια άραγε ή ατολμία;) ειδικής συνταγματικής ρύθμισης, όλες οι ελληνικές κυβερνήσεις από το 1974, που λύθηκε το πολιτειακό ζήτημα, είχαν την υποχρέωση να κάνουν αυτό που σήμερα ­ αλλά έχοντας πλέον χάσει τη δίκη ­ ορθά υπόσχεται ότι θα πράξει η κυβέρνηση: να μη συνομιλήσει και να μη συμβιβασθεί με την άλλη πλευρά, εφόσον ζήτημα ιδιοκτησίας, ακόμα και μετά την τελευταία απόφαση, δεν τίθεται.

Θεωρώντας, όπως και ήταν, τον πρώην βασιλέα ως ξεκομμένο από την ελληνική έννομη τάξη, η Πολιτεία όφειλε, αφού καταργήσει τη συμφωνία της χούντας που έδινε το περίφημο «δικαίωμα προσδοκίας», πάνω στο οποίο βασίσθηκε, είκοσι επτά χρόνια και δύο Συντάγματα αργότερα, η απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, να πράξει ό,τι νόμιζε ορθότερο για την τύχη της περιουσίας, χωρίς καμία συνδιαλλαγή με τον «ενδιαφερόμενο».

Η ευθύνη εδώ βαρύνει όλες τις μεταπολιτευτικές κυβερνήσεις, αλλά κυρίως όσες φάνηκαν πιο πρόθυμες ­ και γι' αυτό η αξιωματική αντιπολίτευση καλά θα έκανε σήμερα, ξεπερνώντας τον εαυτό της, να δείξει λίγη σεμνότητα. Οι επίσημοι ή ανεπίσημοι «διακανονισμοί» δημιούργησαν τον φαύλο κύκλο που επέτρεψε στο δικαστήριο να πει ότι ένα Κράτος που συζητά λεπτομέρειες κατανομής της περιουσίας δεν δικαιούται να ισχυρίζεται ότι δεν υπάρχει περιουσία. Ακόμα κι έτσι πάντως, ο τέως αποκαλύφθηκε: η δήθεν αφελής επίκληση της «ελληνικότητάς» του προσκρούει στην εξαργύρωση των απαιτήσεών του σε χρήμα ­ το δικαστήριο και το πολίτευμα δεν του δίνουν άλλο δρόμο. Άλλα γεγονότα μάλιστα, εσωτερικά και διεθνή, ήδη έστρεψαν μακριά του και τους προβολείς της δημοσιότητας, αφήνοντάς τον, κι εκεί, απελπιστικά ξεπερασμένο.

 

Βιογραφικό

  • Βιογραφικό

    Γεννήθηκα το 1962 στην Αθήνα, από πατέρα δικαστή (τρίτη γενιά νομικών στην οικογένεια και μάλλον τελευταία) και μητέρα αρχαιολόγο, με πελοποννησιακή, εξ αμφοτέρων, καταγωγή.

    Περισσότερα...