Κι όμως, η συνύπαρξη Ιστορίας και ιστορίας αποδεικνύεται στην πράξη δύσκολη, γιατί συνήθως μπαίνει στη μέση, αγκωνάρι αμετακίνητο αλλά απαραίτητο, το εγώ του συγγραφέα. Προϋποθέτει μεγάλη ταπεινοσύνη η παραδοχή ότι γυμνή η ζωή θα είναι πάντα πιο ευφάνταστη και αποκαλυπτική από τα εντελέστερα δημιουργήματα της φαντασίας και απαιτεί μεγάλη δύναμη η αντίσταση στον πειρασμό μετασχηματισμού τής τόσο συναρπαστικής Ιστορίας στην ίδια την ιστορία ενός βιβλίου. Στον πειρασμό αυτό παραδόθηκαν πρώτοι και με τη μεγαλύτερη απόλαυση πολλοί σύγχρονοι, και συχνά μεγάλοι, Αμερικανοί συγγραφείς. Στη χώρα ακριβώς με την τόσο σύντομη Ιστορία, η μυθοποίησή της είναι έκφραση απελευθέρωσης και μαζί καλλιτεχνικό μανιφέστο: «Η τέχνη μας δεν χρησιμοποιεί την Ιστορία, είναι η ιστορία». Από τον Μαίηλερ, τον Στάιρον και τον Καπότε ώς, πιο πρόσφατα, τον Ντε Λίλο και την Τζόις Κάρολ Όουτς, αδιάλειπτη υπήρξε η μυθιστοριοποίηση των τεσσάρων-πέντε εμβληματικών γεγονότων και προσώπων του αμερικανικού, άρα και παγκόσμιου, εικοστού αιώνα: η δολοφονία του Κέννεντυ, η ζωή της Μαίριλυν, το πάτημα στο φεγγάρι, η κτηνωδία του Μάνσον, ο όλεθρος του Βιετνάμ. Πιο ενδιαφέρουσα πάντως υπήρξε, κατά τη γνώμη μου, η προσέγγιση του προδρόμου όλων, του Τζων ντος Πάσσος, που, στο Manhattan Transfer, έβαζε, ήδη από το 1925, την ιστορία δίπλα και όχι στη θέση των πρωταγωνιστών του.
Η ιστορία της Μόνικα και του πλανηταρχικού λεκέ διαμορφώνει (υπόγεια) τον χαρακτήρα και τη στάση του βασικού πρωταγωνιστή στο καινούργιο μυθιστόρημα του Φίλιπ Ροθ, ο οποίος σχολιάζει τη σχέση μεγάλης και μικρής ιστορίας
Το ίδιο κάνουν και δύο πρόσφατα βιβλία, των οποίων το μόνο κοινό και πρωτότυπο έγκειται στη χρήση δύο εντελώς σύγχρονων γεγονότων ως καταλυτών της δράσης των μυθιστορηματικών ηρώων. Από τον Φίλιπ Ροθ σχεδόν το περιμέναμε, όχι μόνο γιατί είναι Αμερικανός αλλά και γιατί ήδη στα δύο προηγούμενα βιβλία του, το Αμερικανικό Ειδύλλιο και το Παντρεύτηκα έναν κομμουνιστή, η Ιστορία (τα χρόνια του ευδαιμονισμού και τα χρόνια του μακαρθισμού) ήταν κάτι παραπάνω από σκηνικό, μάρτυρας και οδηγός της διήγησης. Στον Ανθρώπινο λεκέ, που αναμένουμε σύντομα από τον εκδότη που μας χάρισε και τα δύο πρώτα αριστουργήματα, ο Ροθ κάνει ένα βήμα παραπάνω: η ιστορία της Μόνικας και του πλανηταρχικού λεκέ μάς εισάγει στην ιστορία του βιβλίου, σχολιάζεται (βιτριολικά) από τους ήρωές του και διαμορφώνει (υπόγεια) τον χαρακτήρα και τη στάση του βασικού πρωταγωνιστή, ο οποίος και εδώ είναι που ο συγγραφέας βάζει την ευφυΐα του στην υπηρεσία όχι της Ιστορίας αλλά της ιστορίας του όσο πιο πολύ απελευθερωμένος αισθάνεται για την ατομική του ερωτική συμπεριφορά τόσο πιο πολύ τον θλίβει, και άρα τον «καλμάρει», που βρίσκει συνέχεια μπροστά του το «παράδειγμα» του Προέδρου του. Ο Κλίντον γλιτώνει, όπως γνωρίζει ο αναγνώστης, την αποπομπή χάρις στο ρεζιλίκι, ο ήρωας του Ροθ όμως αυτορεζιλεύεται, όπως θα οδηγηθεί να καταλάβει ο αναγνώστης, ακριβώς γιατί ποτέ δεν αποπέμπεται.
Μεγαλύτερη έκπληξη προκαλεί η εισβολή της Ιστορίας στην τελευταία νουβέλα του Ντέιβιντ Λοτζ, με τίτλο Home Truths (μόνη δυνατή ελληνική μετάφραση: «Αλήθειες που πονάνε»). Πέρα από τη βρετανική υπηκοότητα και ιδιοσυγκρασία του συγγραφέα, που συγκινεί ακριβώς γιατί αποφεύγει τους συναισθηματισμούς και τα «μεγάλα» γεγονότα, την έκπληξη, την δική μου τουλάχιστον, πυροδότησε το ίδιο το γεγονός που επιλέχθηκε να κορυφώσει μία, μέχρι εκείνη τη στιγμή, απολαυστική ιστορία: ένας πρώην διάσημος συγγραφέας, που έχει πια αποσυρθεί από τα εγκόσμια, δέχεται να παραχωρήσει συνέντευξη σε μια νεαρή ρεπόρτερ, για την οποία γνωρίζει καλά, επειδή μόλις το έπραξε εις βάρος του καλύτερου φίλου και αντιζήλου του, ότι ταπεινώνει και εξετευλίζει όλους όσοι της μιλούν ελπίζοντας να προβληθούν. Με τον μαγικό τρόπο του, χωρίς δηλαδή ο αναγνώστης να το καταλαβαίνει αλλά και χωρίς να σταματά να χαμογελά, ο Λοτζ αντιστρέφει το παιχνίδι της γάτας με το ποντίκι και κάνει τον πρωταγωνιστή του σχεδόν να παγιδεύει εκείνος (ως και σωματικά) τη συνάδελφο του κυρίου Λάλα, για την οποία πάντως ο αναγνώστης (εδώ οι ομοιότητες σταματούν) αισθάνεται από την αρχή μιαν ακατανίκητη έλξη. Δεν θα αποκαλύψω, φυσικά, την έκβαση της άνισης μάχης εξάλλου εκεί είναι που τα πράγματα, συγκριτικά, χαλάνε, αφού τη λύση την δίνει το άκουσμα και οι συνέπειες του θανάτου της Νταϊάνα. Όπως όταν συνέβη το δυστύχημα, έτσι και τώρα πλημμυρίζει, φαντάζομαι, τον μη Άγγλο τουλάχιστον αναγνώστη, η απορία για την μέχρις υστερίας αντίδραση ενός ολόκληρου λαού σε κάτι που, στο κάτω κάτω, δεν ήταν άλλο από την, έστω δραματική, κατάληξη ενός φωτορομάντζου. Ο Λοτζ χάνει, μέχρι το επόμενο μάλλον βιβλίο, το χιούμορ του και η σκέψη μας τρέχει αναπόδραστα στη σχετικότητα και τελικά στη ματαιότητα της Ιστορίας, ακόμα και εκείνης που συμβάλλει στη διασκέδασή μας. Αυτός που είπε κάποτε ότι η Ιστορία επιστρέφει ως φάρσα, μάλλον δεν είχε στο μυαλό του τη μεταθανάτια χρήση της ιστορίας της πριγκίπισσας της Ουαλίας.

Social Media