Δεν νοείται δημοκρατία χωρίς ειρήνη, θα λέγαμε πέρυσι. Φέτος όχι μόνον η ειρήνη δεν αποκαταστάθηκε ικανοποιητικά (στη Μέση Ανατολή μάλιστα είχαμε την επανάκαμψη της τυφλής βίας και του προπατορικού μίσους ύστερα από λίγα χρόνια ελπίδας), αλλά και μια σειρά από εξελίξεις μάς θύμισαν ότι εξακολουθούμε να της αρνούμαστε και άλλα ζωτικά συστατικά. Δημοκρατία δεν νοείται, μας έμαθε το 2000, σε διαρκή σύγκρουση με το περιβάλλον. Όμως οι εκλεγμένες ηγεσίες του πλανήτη συνεχίζουν να αδιαφορούν, να στρουθοκαμηλίζουν ή να αρκούνται σε λεκτικές συμφωνίες για το νερό της γης που τελειώνει, για την τροφή που μας έχει, κυριολεκτικά, τρελάνει, για την ατμόσφαιρα που κοντεύει να μολυνθεί σε βαθμό καταστροφής, για τα πυρηνικά όπλα που εξακολουθούν να επικρέμανται πάνω από τα περί άλλων τυρβάζοντα κεφάλια μας. Δεν νοείται επίσης δημοκρατία με πλήρη ανισότητα στο βιοτικό επίπεδο των κατοίκων του πλανήτη. Κι όμως, τη χρονιά που πέρασε, όχι μόνο συνέχισε να βαθαίνει το παραδοσιακό χάσμα μεταξύ πλούσιου Βορρά και αβοήθητου Νότου, αλλά και εντός του ίδιου του πόλου της ευμάρειας η φτώχεια αποτελεί μια πραγματικότητα διαχωρισμού και αποκλεισμού (65 εκατομμύρια άνθρωποι κάτω από το όριο της φτώχειας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ίσως και διπλάσιοι στο «μοντέλο» των ΗΠΑ).
Η δημοκρατία καταλύεται με τα «νόμιμα» βασανιστήρια (πρώτη στον σχετικό κατάλογο και την επικαιρότητα των ημερών η υποψήφια για ένταξη στην ευρωπαϊκή οικογένεια Τουρκία), με την «εξομάλυνση» της θανατικής ποινής (προσωπικό παράδειγμα δίνει εδώ ο νέος πλανητάρχης) και με την εθνικιστική τρομοκρατία τύπου Βασκικών και Κορσικανικών οργανώσεων. Δημοκρατία, τέλος, άξια του ονόματός της δεν υπάρχει όταν το χρήμα εμποτίζει όχι μόνο την προσπάθεια κατάκτησης της εξουσίας, αλλά και το πνεύμα της καθημερινής άσκησής της, όπως αποκάλυψαν τα σκάνδαλα χρηματοδότησης και χρηματισμού σε χώρες με την παράδοση της Γαλλίας, της Γερμανίας, της Ιαπωνίας και του Ισραήλ. Η υποχώρηση σε όλα αυτά τα μέτωπα του περιβάλλοντος, της διαβίωσης, των δικαιωμάτων και της ηθικής απειλεί πλέον την ίδια την ανθρωπότητα και όχι μόνο το στενά πολιτειακό της πλαίσιο. Η ηχηρή αυτή γενική καμπάνα (ποιον συγκινεί όμως;) κινδυνεύει να σκεπάσει το ειδικό καμπανάκι του τρόπου άσκησης της δημοκρατίας. Θα ήταν κρίμα, γιατί αν πρόβαλε ένα δίδαγμα μέσα στο 2000, αυτό ήταν ότι η δημοκρατία, όπως κάθε λουλούδι, θέλει πότισμα για να διατηρηθεί και να ανθήσει.
Η σιγουριά και η στασιμότητα είναι οι μεγαλύτεροι εχθροί της. Το ένιωσε, με ελαφρώς κωμικοτραγικό αλλά βαθιά ταπεινωτικό τρόπο, η ισχυρότερη χώρα του κόσμου, καθώς χρειάσθηκε ενάμιση μήνα μετά την ψηφοφορία για να αποκτήσει πρόεδρο και αυτόν ανεπανόρθωτα κλονισμένο, αφού τελικά αναδείχθηκε λιγότερο από τη λαϊκή ψήφο και περισσότερο από τα δικαστήρια. Αλλού η φθορά της δημοκρατίας έλαβε μικρότερη έκταση στα παγκόσμια πρωτοσέλιδα, δεν είναι όμως λιγότερο κρίσιμη. Πονά η συνεχιζόμενη έκπτωση ενός μεγάλου λαού, του ρωσικού, από τον πολιτισμό του, εξαιτίας της διαφθοράς των εκλεγμένων ηγετών του ή της προσκόλλησής τους στο παρελθόν. Ταράζει η επιστροφή των πραξικοπημάτων και της κρατικής βίας στην Αφρική. Θλίβει, γιατί αναδεικνύει βαθιά σήψη, η πτώση εκλεγμένων δικτατόρων, όπως ο Φουτζιμόρι στο Περού, ή εκλεγμένων γελωτοποιών, όπως ο Έραπ (που σημαίνει «φιλαράκος») στις Φιλιππίνες. Προβληματίζει το πέρασμα στη «δημοκρατία» στη Σερβία, καθώς, μετά τον αρχικό ενθουσιασμό, αρχίζει να επιβάλλεται η γεύση ενός έστω δημοφιλούς για τον λαό της αλλά κυρίως για τους χθεσινούς βομβαρδιστές του πραξικοπήματος. Ακόμα και μέσα στα σύνορα της Ενωμένης αλλά πάντα κυνηγού της σκιάς της (όπως έδειξε στη Νίκαια) Ευρώπης, τα ανησυχητικά κρούσματα πλήθυναν: η ευρείας έκτασης άνοδος της ακροδεξιάς (συμμετοχή στην κυβέρνηση στην Αυστρία, αλλά και ενδυνάμωση του ίδιου ενδεχομένου στη Νορβηγία, το Βέλγιο, τη Δανία και αύριο στην Ιταλία), το βόλεμα στη μαλθακότητα και τον πολιτικαντισμό σε όσες περιπτώσεις το πάλαι ποτέ ελπιδοφόρο κίνημα των Πρασίνων συνάντησε την εξουσία (Γερμανία και Γαλλία είναι τα χαρακτηριστικότερα αλλά όχι τα μόνα παραδείγματα), η έλλειψη ενθουσιασμού για την ίδια την εκλογική διαδικασία, ακόμα και σε χώρες όπως η Πολωνία, όπου πρόσφατα έγινε γκρίζα φαίνεται και εκεί πραγματικότητα. Μέχρι και η υγιής αντίδραση στην πολιτική και πολιτιστική ισοπέδωση που απειλεί να επιφέρει μια μονοδιάστατα οικονομική παγκοσμιοποίηση, φανέρωσε ήδη τα αδιέξοδά της: το «κίνημα του Σιάτλ» θα μπορούσε να είναι ένα από τα καλά νέα της χρονιάς, αν δεν ξέπεφτε τόσο συχνά και τόσο προβλέψιμα στη βία και την απολιτική μόδα. Μένουν έτσι ως πραγματικές εστίες φωτός αλλά, σε μια ολόκληρη χρονιά, είναι λίγες η προσέγγιση ανάμεσα στις δύο Κορέες, η κυβερνητική εναλλαγή στο Μεξικό ύστερα από εβδομήντα χρόνια, η πρώτη εκλογή σοσιαλιστή προέδρου στη Χιλή μετά τον Αλιέντε, ο αθόρυβα συνεχιζόμενος εκμοντερνισμός του Ιράν (ο Ρασντί κάνει πια κοσμική ζωή στη Νέα Υόρκη) και η αποφυγή των χειρότερων στην αιώνια διαμάχη Ινδίας - Πακιστάν. Και στην Ελλάδα; Η απάντηση θα μπορούσε να είναι λακωνική: είχαμε νέα κυβέρνηση που είναι ήδη παλιά. Μια αίσθηση ξεθωριασμένων όχι ακόμα διαψευσμένων προσδοκιών για τη μετάβαση σε μιαν άλλη ποιότητα ζωής και δημοκρατίας έχει αρχίσει να επικαλύπτει και σχεδόν να εξουθενώνει πραγματικά βήματα προόδου, όπως η ισότιμη πια συμμετοχή στην Ευρωπαϊκή Ένωση και η νηφαλιότητα όχι πάντα η αποτελεσματικότητα στον τρόπο αντιμετώπισης του κόσμου γύρω μας. Το ναυάγιο τού «Σαμίνα» ήταν το γεγονός που σημάδεψε αναμφίβολα τη χρονιά, ακριβώς γιατί άγγιξε τη συλλογική ψυχή και μας θύμισε ότι, έστω εξασθενημένο, υπάρχει ακόμα φιλότιμο. Η δημοκρατία μας δεν κινδυνεύει αλλά φθίνει και αυτό είναι ιδιαίτερα ανησυχητικό, αν αναλογισθούμε ότι η δημοκρατία μας είμαστε εμείς όλοι. Ίσως βέβαια αυτό να είναι τελικά η ελπίδα της.

Social Media