Μηδένιουμ

ΤΑ ΝΕΑ 22/11/99

 

Ενώ έχουν ήδη αρχίσει να γυαλίζονται τα χρυσά μαχαιροπίρουνα για τη γιορτή των εμπόρων ­ το περίφημο, ελληνιστί, μιλένιουμ ­ η ελληνική δημοκρατία βρίσκεται, για μια ακόμα φορά, στις φλόγες. Όσο κι αν δεν κινδυνεύει η επιβίωσή της, τόσο ανέφικτη φαίνεται η ωρίμανσή της.
Δεν ανήκω σε αυτούς που πιστεύουν ότι η τάξη και η ασφάλεια είναι τα πρωταρχικά δημοκρατικά αγαθά. Ακριβώς όμως επειδή πιστεύω στη δημοκρατία, το μόνο δυνατό πολίτευμα σε έναν κόσμο που κινδυνεύει κυρίως από τις ανεξάντλητες δυνάμεις αυτοκαταστροφής του, το πρώτο πράγμα που αρνούμαι να αποδεχθώ είναι η κρατική βία. Και όχι μόνο στην κλασική μορφή της, την καταπίεση της ελευθερίας, αλλά και στις λιγότερο άμεσες εκφάνσεις της, την ανικανότητα, την αδιαφορία ή την αναισθησία του Κράτους.

Η έλλειψη προετοιμασίας για το βέβαιο, η μη λήψη υπόψη των προτεραιοτήτων των επιθυμιών ή και των φόβων του πολίτη στη δόλια αυτή καθημερινή του ζωή, που αποτελεί όχι την αντίστροφη όψη αλλά την ίδια την ουσία των «μεγάλων ιδανικών» της δημοκρατίας, είναι συμπτώματα ακριβώς αυτών των ιδιοτήτων του ελληνικού Κράτους. Περισσότερο από ιδιοτήτων: παγιωμένων χαρακτηριστικών, που φανερώνουν την απαξιωτική του στάση έναντι των πολιτών και γι' αυτό, τελικά, έναντι του ίδιου του του εαυτού.

Η Αθήνα (που δεν είναι βέβαια η Ελλάδα, αποτελεί όμως, σε αρκετές περιπτώσεις τον, έστω και παραμορφωτικό, καθρέφτη της) τυλίχθηκε, υπ' αυτή την έννοια, στις φλόγες μιας κρατικής, βασικώς, βίας. Όσο κι αν αυτό ακούγεται ιδιαίτερα βαρύ για μια δημοκρατία που σε επίπεδο τύπων και θεσμών λειτουργεί με ικανοποιητικό τρόπο, δεν παύει να αντανακλά μια πραγματικότητα. Η δυνατότητα, ιδίως όταν είναι επαναλαμβανόμενη και προαναγγελλόμενη, λίγων εκατοντάδων ανθρώπων να μετατρέπουν το κέντρο της πόλης σε πεδίο βανδαλισμών έχει δύο όψεις, από τις οποίες όμως μόνο μία ενδιαφέρει τον πολίτη και, άρα, και το Κράτος. Η πρώτη όψη, ο ψυχισμός των δραστών τέτοιων πράξεων συλλογικής βίας και η προσπάθειά τους να τις ντύσουν με τα ξέφτια κάποιας «πολιτικής» θεωρίας, είναι θέμα πολιτικής και ψυχογραφικής ανάλυσης, όχι όμως θέμα δημοκρατίας: μαρτυρεί για ορισμένα συμπτώματα κοινωνικής παρακμής, δεν φιλοδοξεί όμως ­ το αντίθετο ­ να αποτελέσει ούτε πρόταση ούτε λύση. Η δεύτερη όψη, αντιθέτως, η στάση του Κράτους έναντι της λιγότερο ή περισσότερο οργανωμένης βίας, μετέχει του ίδιου του πυρήνα της δημοκρατίας: αφορά τον τρόπο με τον οποίο το Κράτος προστατεύει τους πολίτες, στην υπηρεσία των οποίων η δημοκρατία το θέλει ταγμένο. Η προστασία αυτή δεν πρέπει να καλύπτει μόνο τα κάθε είδους περιουσιακά αγαθά, αλλά ιδίως, εφόσον η δημοκρατία αντλεί τη δύναμή της από την πειστικότητα των συμβολισμών της, την αίσθηση των πολιτών για την αποτελεσματικότητα της κρατικής προστασίας. Τα καταστήματα που καίγονται δεν είναι μόνο περιουσίες που καταστρέφονται επειδή το Κράτος δεν στάθηκε στο ύψος του, αλλά και ένα μεγάλο κομμάτι της κρατικής αξιοπιστίας που γίνεται καπνός.

Στο συγκεκριμένο ζήτημα, επειδή ακριβώς αγγίζει τον πυρήνα της δημοκρατικής λειτουργίας, δεν τίθεται καν το μεγάλο για τη συνταγματική επιστήμη πρόβλημα της στάθμισης αντικρουόμενων δικαιωμάτων. Μπορεί η παράλυση της κυκλοφορίας στο κέντρο της πόλης σε περιπτώσεις διαδηλώσεων, ακόμα και όταν τις συγκροτεί αριθμός ατόμων που χωρά σε ένα λεωφορείο, να φαίνεται σε ορισμένους υπερβολικό τίμημα για την ενάσκηση ενός δικαιώματος, δεν παύει εντούτοις να συνδέεται με μια αξία που η δημοκρατία αναγνωρίζει και εγγυάται. Η γυμνή άσκηση βίας, όμως, ενσαρκώνει αυτό ακριβώς που η δημοκρατία αντιμάχεται και για την καταπολέμηση του οποίου οι κοινωνίες αποδέχθηκαν την κρατική εξουσία. Το Κράτος έχει κάτι παραπάνω από καθήκον, χρέος, να μη μένει αδιάφορο ή υπάκουο στον φόβο αυτών που το διοικούν έναντι της βίας ­ ιδίως αυτής που στόχο έχει τη δημοκρατία.

Το κείμενο αυτό περικλείει αλλά και ελπίζει να μεταδίδει οργή. Το γκροτέσκο θέαμα των επισήμων που, έστω από υποχρέωση, ύψωναν τα ποτήρια τους, ενώ η Αθήνα είχε ήδη καεί, προοιωνίζεται ακόμα μεγαλύτερους θριάμβους της υποκρισίας στο πολυδιαφημισμένο τέλος της χιλιετίας.

 

Βιογραφικό

  • Βιογραφικό

    Γεννήθηκα το 1962 στην Αθήνα, από πατέρα δικαστή (τρίτη γενιά νομικών στην οικογένεια και μάλλον τελευταία) και μητέρα αρχαιολόγο, με πελοποννησιακή, εξ αμφοτέρων, καταγωγή.

    Περισσότερα...