Πρόκειται για τη χρησιμοποίηση του βήματος της Βουλής ως μέσου τεχνητής αναγκαστικά όξυνσης της πολιτικής διαπάλης και πρόσδωσης «επισημότητας» σε εκατέρωθεν σαθρά και μόνο κατ' επίφαση θεσμικού χαρακτήρα επιχειρήματα, με στόχο τον προσπορισμό βραχυπρόθεσμου εκλογικού κέρδους. Οι επερχόμενες εκλογές συνιστούν έτσι τον ορίζοντα μιας αντιπαράθεσης, που, για να φαίνεται όσο «σκληρή» επιθυμούν τα κόμματα (όλα τα κόμματα), αλώνει το θεσμικό πεδίο, μετατρέποντάς το σε προνομιακό χώρο σύγκρουσης. Το κοινοβουλευτικό ήθος και η λειτουργία των θεσμών προκαθορίζονται και περιχαρακώνονται από την πολιτική συγκυρία. Μια τέτοια εννοιολογική και πολιτειακή αντιστροφή και παραφθορά δεν πρέπει να περάσει απαρατήρητη, γιατί χαρακτηρίζει τη συνολική ποιότητα της δημοκρατίας μας. Ξεχνώντας, αγνοώντας ή αδιαφορώντας για το γεγονός ότι οι θεσμοί δεν υπάρχουν για να υπηρετούν πρόσωπα ή κόμματα ή ειδικά συμφέροντα, αλλά για να εξασφαλίζουν, στο μέτρο του δυνατού, το γενικό συμφέρον (δηλαδή, στην ουσία, τη φωνή όσων δεν συμμετέχουν στην άσκηση της εξουσίας), τα κόμματα αποφάσισαν να χτυπήσουν τους θεσμούς για να υπερισχύσουν των αντιπάλων τους. Είναι σαν δύο ναυαγοί να θεωρούν ότι έχουν περισσότερες πιθανότητες να σωθούν, αν ο καθένας προσπαθήσει να καταστρέψει το μοναδικό διαθέσιμο σωσίβιο και όχι να φθάσει πρώτος σε αυτό.
Κλονίζοντας, μέσα από αναπόδεικτες γενικότητες, τους θεσμούς, τα κόμματα και ιδίως τα δύο πρώτα, που, ως δυνάμει κυβερνητικά, έχουν μεγαλύτερη συμμετοχή στην ίδια τους τη διαμόρφωση προσφέρουν μια σειρά από κακές υπηρεσίες στη δημοκρατία. Δημιουργούν στους πολίτες την εικόνα ενός κράτους σε πλήρη αποσύνθεση, εικόνα που όχι μόνο δεν ανταποκρίνεται στη συνολική ελληνική πραγματικότητα, αλλά και που έρχεται σε αντίθεση με το θεσμικό χρέος των κομμάτων να διατηρήσουν την εμπιστοσύνη του κοινωνικού σώματος στην πολιτική, όχι βέβαια διαστρεβλώνοντας την πραγματικότητα αλλά σεβόμενα την εγγενή της αδυναμία να ικανοποιήσει όλες τις προσδοκίες. Επιβάλλουν την οξύτητα ως κυρίαρχο μέσο πολιτικής αντιπαράθεσης, αφού το «ιερό μένος», που δήθεν καταλαμβάνει κάθε στρατόπεδο για την υπεράσπιση των θεσμών, δικαιολογεί και μάλιστα επιτάσσει τη χρησιμοποίηση γλώσσας και ύφους που περιφρονεί την κατ' εξοχήν κοινοβουλευτική αρετή της αυτοσυγκράτησης. Καθιστούν τελικά και είναι ίσως το σημαντικότερο σχεδόν αδύνατη τη διαπίστωση, διερεύνηση και πραγματική αντιπαράθεση (προτάσεων, όχι φωνών) γύρω από τα αίτια και τις επιπτώσεις των υπαρκτών κρουσμάτων αδιαφάνειας, δυσλειτουργιών, ακόμα και διαφθοράς, που συναντώνται στην Ελλάδα, όπως και σε όλες τις χώρες όπου η οικονομική αποτελεσματικότητα προτάσσεται της κοινωνικής δικαιοσύνης.
Την περασμένη Τετάρτη η Βουλή γέμισε από το όξος της πολιτικής τάξης κατά του πλαισίου λειτουργίας της, κατά του ίδιου της του εαυτού. Περίσσεψαν οι χαρακτηρισμοί, η αναφορά ονομάτων μόνο για τη δημιουργία εντυπώσεων (το σκορ, δυστυχώς, για τους αρχηγούς των κομμάτων δεν το κρατά ο λαός, αλλά το υφίσταται το πολίτευμά μας), οι εκατέρωθεν διαστρεβλώσεις της Ιστορίας (την κυβέρνηση Μητσοτάκη την έριξε η ίδια η πολιτεία της, αλλά η πολιτεία αυτή δεν ήταν μόνο σκάνδαλα), οι προσωπικές (ή εκλαμβανόμενες ως τέτοιες) επιθέσεις. Το χειρότερο είναι ότι οι βουλευτές, με ελάχιστες πια νησίδες αντίστασης, μοιάζουν να θεωρούν αυτά τα στοιχεία ως επιστροφή στις «παλιές καλές ημέρες». Στα ολισθηρά μονοπάτια, όχι πλέον της σκανδαλολογίας, αλλά της θεσμικής περιφρόνησης, αυτός που χάνει μεγαλύτερο κομμάτι από την πολιτική του αξιοπρέπεια δεν είναι εκείνος που έχει από καιρό μετατρέψει το κυνήγι της εξουσίας σε αυτοσκοπό, αλλά όποιος φιλοδοξούσε να αποδείξει ότι η εξουσία θα μπορούσε να έχει ένα άλλο πρόσωπο.

Social Media