Πράξη συμβολικού περιεχομένου

ΤΑ ΝΕΑ 13/12/99

 

Άθελά της ασφαλώς, η κυβέρνηση προσέφερε μια μεγάλη υπηρεσία στην επιστήμη του συνταγματικού δικαίου με την απόφασή της να «ρυθμίσει» με πράξη νομοθετικού περιεχομένου το ζήτημα των καταλήψεων στα σχολεία.
Της επέτρεψε να υπενθυμίσει σε όλους, και ιδίως στους αυτοαποκαλούμενους «ρεαλιστές», ότι απόδειξη της πραγματικής δημοκρατίας είναι να μην ενδίδει στον πειρασμό να επιλύει ακόμα και τα πιο ακραία κοινωνικά προβλήματα, χρησιμοποιώντας μεθόδους που αναιρούν τις αξίες της.

Η τροπή, πράγματι, και η λογική που κρύβεται πίσω από τις, μόνο κατ' όνομα μαθητικές, καταλήψεις δεν μπορεί παρά να εξεγείρει όσους πονάνε τη δημοκρατία. Ξεκίνησαν ως αντίδραση σε μια μεταρρύθμιση που, καθ' ομολογία των ιδίων, οι διαμαρτυρόμενοι δεν «κατάλαβαν καλά» (και ευλόγως, αφού, σε κάποιο βαθμό, όλοι οι Έλληνες βρισκόμαστε στην ίδια κατάσταση), γρήγορα όμως αποκόπηκαν από αυτή, για να λάβουν τη μορφή επιβολής της βίας ή στην καλύτερη περίπτωση, του «χαβαλέ», μιας μειοψηφίας επί του συνόλου της μαθητικής κοινότητας. Δεν ισχυρίζομαι, όπως η κυβέρνηση, γιατί δεν διαθέτω στοιχεία, ότι η μειοψηφία αυτή ήταν αναγκαστικά κομματική ή αποκλειστικά κομματοκινούμενη. Είναι όμως αναμφίβολο ότι με πρόσχημα μια άδηλη ακόμα μεταρρύθμιση, αγωνίζεται πλέον όχι για να προωθήσει εκπαιδευτικά αιτήματα, αλλά για να ασκήσει βίαια αντιπολίτευση εναντίον εκείνης της κυβέρνησης που τόλμησε τουλάχιστον να δει κατάματα τα υπαρκτά και χρονίζοντα προβλήματα και επιχείρησε, έστω ατελέστατα, να χαράξει ένα νέο πλαίσιο λειτουργίας. Τα βουβά λουκέτα στις πόρτες των σχολείων, η αμηχανία όσων μαθητών προσπαθούσαν να εκπληρώσουν το βασικό συνειδησιακό τους καθήκον, δηλαδή να καταλάβουν τι γίνεται πριν αποφασίσουν ποιο είναι το σωστό, η μετεξέλιξη της αρχικής αυθόρμητης γλώσσας νέων ανθρώπων στο ξύλινο ομοίωμα της πολιτικής αντιπαράθεσης των «μεγάλων», το βάθεμα του χάσματος ανάμεσα σε δημόσια και ιδιωτική εκπαίδευση, είναι στοιχεία που φανερώνουν τη διαστρέβλωση ενός κινήματος σε καθαρή πρόκληση κατά των θεσμών.

Όμως, ακόμα και απέναντι στις προκλήσεις, η δημοκρατία δεν δικαιολογείται να καταφεύγει στα όπλα των αντιπάλων της. Η δε χρήση των πράξεων νομοθετικού περιεχομένου, όταν εκφεύγει των συνταγματικών της ορίων, αποτελεί καταφυγή σε ένα μέσο συγκάλυψης και νομιμοποίησης μιας αντιδημοκρατικής πρακτικής τού παρελθόντος, όπως ομόφωνα δέχεται η ελληνική συνταγματική θεωρία. Σύμφωνα με το άρθρο 44, παράγραφος 1 του Συντάγματός μας, η επιβολή πράξεων νομοθετικού περιεχομένου επιτρέπεται μόνο σε «έκτακτες περιπτώσεις εξαιρετικώς επείγουσας και απρόβλεπτης ανάγκης». Σε τι συνίσταται, στην προκείμενη περίπτωση, το εξαιρετικώς επείγον και, ιδίως, το απρόβλεπτο, που μόνον αυτά, κατά το πνεύμα του συνταγματικού νομοθέτη, δικαιολογούν τη λήψη δεσμευτικών, για το κοινωνικό σύνολο, αποφάσεων, όταν μόνο κατ' όνομα, και όχι κατ' ουσίαν, εκπηγάζουν από τη νομοθετική εξουσία; Οι πράξεις αυτές συνιστούν αυτόνομη νομοθέτηση της εκτελεστικής εξουσίας (του Προέδρου της Δημοκρατίας, που τις υπογράφει, αλλά βασικώς του Υπουργικού Συμβουλίου, που τις προτείνει), χωρίς δικαστικό έλεγχο και, για κάποιο τουλάχιστον διάστημα (το Σύνταγμα επιβάλλει να κυρωθούν από τη Βουλή μέσα σε 40 ημέρες από την έκδοσή τους) χωρίς εμπλοκή του μόνο Σώματος που νομιμοποιείται να αποφασίζει στο όνομα του ελληνικού λαού. Μόνο για ύλη, συνεπώς, που δεν έχει περιληφθεί στην πρόγνωση του κοινού νομοθέτη και μόνο με πολύ αυστηρή τήρηση των εξαιρετικών συνταγματικών προϋποθέσεων μπορεί η εξουσία να προβεί σε τέτοια κάμψη βασικών δημοκρατικών αρχών. Ειδικά όταν σε πράξη νομοθετικού περιεχομένου περιλαμβάνονται ποινικές (ή οιονεί ποινικές, όπως στην προκειμένη περίπτωση) διατάξεις και, ακόμα ειδικότερα, όταν το ρυθμιστικό πεδίο είναι η εκπαίδευση, ο κατ' εξοχήν χώρος όπου η Πολιτεία οφείλει να εξαντλεί κάθε περιθώριο πριν περάσει στην καταστολή.

Έχοντας δίκιο στην ουσία (την επιβολή της νομιμότητας), αλλά σφάλλοντας στον τρόπο (τη χρήση μιας οριακώς κοινοβουλευτικής διαδικασίας), η κυβέρνηση κινδυνεύει να πληρώσει μια πρόσκαιρη αποκατάσταση της τάξης με μια πιο βαθιά αμφισβήτηση της μεθόδου της. Δεν θα κουραστούμε να το επαναλαμβάνουμε: η δημοκρατία δικαιώνεται και μέσα από τους συμβολισμούς της. Αλλιώς, την παθαίνει κανείς σαν το ΔΗΚΚΙ, που όσο περισσότερο επικαλείται τον Βενιζέλο και τον Παπανδρέου, τόσο χάνει την αξιοπιστία του.

 

Βιογραφικό

  • Βιογραφικό

    Γεννήθηκα το 1962 στην Αθήνα, από πατέρα δικαστή (τρίτη γενιά νομικών στην οικογένεια και μάλλον τελευταία) και μητέρα αρχαιολόγο, με πελοποννησιακή, εξ αμφοτέρων, καταγωγή.

    Περισσότερα...