Το κοινωνικό μάθημα είναι επίσης κοινότοπο: αυτοί που περισσότερο κινδυνεύουν να γίνουν βορά των μέσων μαζικής ενημέρωσης και της λαίμαργης ανάγκης των περισσότερων από εμάς να ζήσουν μέσω και εις βάρος άλλων όσα δεν μπορούν να ζήσουν στη δική τους ζωή, είναι ακριβώς εκείνοι που χρωστούν τη φήμη τους στην προβολή από τα ίδια μέσα ενημέρωσης.
Σε θεσμικό όμως επίπεδο διαπιστώθηκε, για μια ακόμα φορά, η αδυναμία του κράτους να προστατεύσει όσους δεν θα ήθελαν να συμμετάσχουν σε μια διαδεδομένη αλλά ευτελιστική αισθητική της δημόσιας ζωής. Γιατί πρέπει άραγε όλοι, στο όνομα της ελευθερίας, να υποστούμε πλύση ψυχής και εγκεφάλου για ένα ορισμένο είδος ενημέρωσης, αυτής που προβάλλει κατά συρροήν ως «δημοσιογραφική επιτυχία» το πιο βάναυσο, γιατί ερήμην του «πρωταγωνιστή», πορνό, ή αυτής που, για να σχολιάσει το ζήτημα, ξαναπροβάλλει, περιγράφει ή ερεθίζει την περιέργεια για το ίδιο θέαμα; Πότε και πώς θα προστατευθούμε από την παραμορφωτική ενημέρωση και από τη βάναυση άσκηση των δικαιωμάτων των άλλων; Πότε θα τεθούν και θα τηρηθούν όρια σε αυτό που είναι ανεκτό να μας δείχνει η τηλεόραση ή, για να πάρουμε ένα άλλο επίκαιρο παράδειγμα, σε αυτό που ορισμένοι είναι δυνατόν να υποφέρουμε για να ασκούν κάποιοι άλλοι το απολύτως νόμιμο δικαίωμά τους να διαδηλώνουν;
Για να επιτευχθεί αυτή η εξισορρόπηση, που δείχνει τελικά τον βαθμό σεβασμού του κράτους απέναντι στον πολίτη, απαιτείται πριν απ' όλα η ίδια η πολιτεία να δίνει στους θεσμούς της τα μέσα και την ευχέρεια αποτελεσματικής δράσης. Ο σεβασμός χρειάζεται όμως και μια έμπρακτη διδαχή και από αυτή την άποψη τα πράγματα, και όχι μόνο στη χώρα μας, είναι μάλλον απογοητευτικά. Η κυβέρνηση αρνείται να δεχθεί ότι ένα όργανο, που η ίδια έχει θεσπίσει, μπορεί να διαμορφώσει, για τα θέματα της αρμοδιότητάς του, διαφορετική γνώμη από την εποπτική του αρχή. Υπουργοί φθείρουν το αξίωμά τους αλλά και την ίδια την άξια σεβασμού ιστορία τους κατεβάζοντας την υπεράσπισή της σε επίπεδο γηπεδικών (και μάλιστα δεύτερης εθνικής) αντεγκλήσεων. Η αντιπολίτευση μετατρέπει ακόμα και ένα εθνικό ζήτημα του βεληνεκούς της Συμφωνίας του Ελσίνκι σε ευκαιρία φωνασκιών για εσωτερική κατανάλωση. Ολόκληρα κράτη, όπως η Γαλλία στο ζήτημα των αγγλικών βοδινών, προκρίνουν την «εθνική ιδιοτυπία» τους έναντι των υποχρεώσεών τους εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Από αυτή την άποψη, η πρόσφατη κρίση του Εθνικού Ραδιοτηλεοπτικού Συμβουλίου είναι παραδειγματική. Παρά την αναμόρφωση του θεσμικού του πλαισίου (με διατήρηση όμως της παγκόσμιας πρωτοτυπίας να υποδεικνύονται τα μέλη του από τα κόμματα), παρά τις πολιτικές διαβεβαιώσεις για στήριξη του έργου του και παρά την επιστημονική και ανθρώπινη ποιότητα πολλών από τα μέλη του, συνέχισε να μην είναι ούτε ανεξάρτητη ούτε διοικητική ούτε αρχή, αφού δεν αφέθηκε να επιβληθεί στον χώρο που υποτίθεται ότι θα ρύθμιζε και να λειτουργήσει προστατευτικά για τον πολίτη.
Ανεξάρτητα από το ποιος είχε δίκιο στη συγκεκριμένη περίπτωση, και μόνο η ρήξη με το εποπτεύον υπουργείο συνιστά θεσμική δυσλειτουργία, συνδεόμενη οργανικά με το επίπεδο της ελληνικής τηλεόρασης και τον σεβασμό που δείχνει απέναντι σε όλους τους ζουγκλο-κατοίκους της.

Social Media