Μετά τον προχθεσινό, κάθε άλλο παρά αιφνιδιαστικό και κάθε άλλο παρά πειστικό, ανασχηματισμό, επιβεβαιώνεται ότι οι κυβερνώντες δεν δείχνουν να αντιλαμβάνονται τη συμβολική σημασία της πολιτικής δράσης. Πριν από τον ανασχηματισμό θα μπορούσαμε να πούμε ότι η κατάσταση θα ήταν δύσκολα αναστρέψιμη αν δεν ενεργούσαν αμέσως. Γνωρίζοντας τώρα πώς ενήργησαν, δικαιούμαστε να αναρωτηθούμε κατά πόσο έχουν συναίσθηση της ίδιας τους της εικόνας.
Πράγματι, αυτό που χρειαζόταν η κυβέρνηση, για να μην αφήσει την εν πολλοίς συγκυριακή δυσαρέσκεια να μετατραπεί σε βέβαια ήττα, ήταν μια μεγάλη ανατροπή. Όχι τόσο στόχων ή αρχών, όσο τρόπου, εικόνας λειτουργίας και επικοινωνίας με το κοινωνικό σώμα. Σε μια δημοκρατία το τι και το πώς έχουν συγκρίσιμη και πάντως σίγουρα αλληλοσυμπληρούμενη σημασία. Θα ήταν αφέλεια να μην βλέπαμε ότι το σημερινό κλίμα κρίσης δεν ανταποκρίνεται απολύτως σε πραγματικές αδυναμίες, καθώς έχει και τεχνηέντως καλλιεργηθεί και εξογκωθεί. Το ότι η δυσαρέσκεια που υπέφωσκε για αρκετό καιρό χωρίς η κυβέρνηση να δικαιούται να ισχυρισθεί πως δεν είχε προειδοποιηθεί απέκτησε τη σημερινή ένταση, οφείλεται και στη χρονική σύμπτωση της διενέργειας εκλογών με την έξαρση μιας απολύτως δικαιολογημένης αίσθησης ανασφάλειας και κρατικής αναποτελεσματικότητας, που δεν προκάλεσε μεν άμεσα η κυβέρνηση αλλά που αντανακλά στην εικόνα της και εγείρει το ζήτημα της αξιοπιστίας της. Εξάλλου, ο τρόπος που προβλήθηκαν τόσο η «προετοιμασία» όσο και η πρόσληψη της ήττας στις δημοτικές εκλογές υπάκουε συχνά σε παρορμήσεις και συναισθηματισμούς, που δεν ευνοούν τη νηφάλια αποτίμηση.
Θα ήταν ωστόσο κάτι πολύ σοβαρότερο από αφέλεια, πολιτική ανευθυνότητα, να προσποιηθεί κανείς πως η κρίση είναι περαστική και δεν έχει βαθύτερα αίτια. Τα αίτια αυτά έχουν τη ρίζα τους περισσότερο σε πρακτικές παρά σε αποφάσεις. Το ΠΑΣΟΚ πληρώνει και το εκλογικό αποτέλεσμα μεγεθύνει την ψυχική του διάσπαση και την πολιτική του αμφισημία. Δεν μπορεί παρά να ξεπερνά την έκφραση απλών προσωπικών πικριών το γεγονός ότι ένα τόσο μεγάλο κομμάτι όχι μόνο ηγετικών αλλά και απλών στελεχών νιώθει αποκομμένο από κάθε τι που σχετίζεται με την επίσημη έκφραση του κόμματος. Ακόμα και αν αυτό οφείλεται σε παρεξήγηση ή συνιστά υπερβολική αντίδραση, είναι κάτι που δηλητηριάζει τόσο την άσκηση της εξουσίας όσο και τη λειτουργία του κομματικού συστήματος και γι' αυτό πρέπει να σταματήσει. Δεν μπορεί επίσης κι εδώ το παράδειγμα των δημοτικών εκλογών είναι ιδιαίτερα διαφωτιστικό να γίνεται λόγος για συλλογικότητα και οι αποφάσεις του κόμματος γύρω από πρόσωπα, τακτικές και συμμαχίες να αποδεικνύονται στην πράξη τόσο απομακρυσμένες από τη βούληση αλλά και τη διαισθητική στήριξη ενός μεγάλου μέρους του στελεχικού δυναμικού και των δυνάμει ψηφοφόρων του. Οι αποφασίζοντες είναι αυτοί που έμπρακτα οφείλουν να δείξουν ότι αντιλήφθηκαν την ουσία των λαθών τους.
Με τον εντελώς ανεπαρκή, συμβολικά και ουσιαστικά, ανασχηματισμό που επιχειρήθηκε και, ιδίως, τον τρόπο που χρησιμοποιείται η ψήφος, ή μάλλον ο καταναγκασμός, εμπιστοσύνης, αγνοήθηκε η ανάγκη κινήσεων που θα προωθούσαν την εσωκομματική εξισορρόπηση και το πλησίασμα στον πολίτη. Για να μην στερήσει τον ελληνικό λαό από μια πολιτική φωνή που πρώτα ταυτίστηκε με τις επιθυμίες του και κατόπιν με τα συμφέροντά του, η ηγεσία του ΠΑΣΟΚ οφείλει να κινηθεί. Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να υποχωρήσει, ούτε να συμβιβασθεί, αλλά να νιώσει το σημερινό έλλειμμα επαφής της με αυτή την άλλη πραγματικότητα, την ψυχολογική, που συχνά κρίνει τις εκλογές και πάντα διακρίνει την εξουσία. Τα περιθώρια συμμετοχής της κυβέρνησης σε αυτή την πραγματικότητα στενεύουν διαρκώς.

Social Media