Ποιος και πότε αλήθεια, πολιτικός ή πολίτης, έψαξε για τελευταία φορά να βρει τις αιτίες για τις οποίες το μέσο επίπεδο της παρεχόμενης στην Ελλάδα εκπαίδευσης, σε σχολεία και Πανεπιστήμια, είναι τόσο εμφανώς κατώτερο από τις ανάγκες μιας χώρας που δικαίως επαίρεται αλλά ελάχιστα φροντίζει για τον πολιτισμό της; Φοβούμαι πως πρέπει να ανατρέξουμε στον Γεώργιο Παπανδρέου και τον Παπανούτσο (ποιος «παίκτης» είναι αυτός ε;) και ακόμα παλαιότερα στον Γληνό (αυτός κι αν είναι διάσημος άγνωστος). Και πάλι θα βρούμε προτάσεις και όχι λύσεις, αγωνία και όχι οργανωμένη πράξη. Ποια κυβέρνηση, πέρα από τα μεγάλα και εύκολα λόγια, πείστηκε και μας έπεισε πως δεν νοείται δημόσια διοίκηση και ιδιωτική διαχείριση, κράτος μοντέρνο και κράτος δικαίου, απαιτήσεις από τους άλλους και επιδιώξεις από τον εαυτό μας, πως δεν νοείται, με δυο λόγια, πολιτισμένη κοινότητα ανθρώπων που να βασίζεται σε αποσπασματικές γνώσεις και όχι σε μία στέρεα μέθοδο για την υποδοχή και το βάθεμα της γνώσης; Η ευθύνη κυβερνήσεων που θέλουν να λέγονται αριστερές είναι ιδιαίτερα βαριά. Η κοινωνική δικαιοσύνη, λόγος ύπαρξης και στόχος των σοσιαλιστών, περνάει αναγκαστικά μέσα από την αναβάθμιση της παιδείας και την κάνει έτσι μία από τις τελευταίες αξίες που ξεχωρίζουν τη Δεξιά από την Αριστερά.
Στην Ελλάδα το εκπαιδευτικό ζήτημα είναι το απρόσιτο δάσος που χάνεται συνήθως μπροστά στα δένδρα μεμονωμένων ζητημάτων. Πολύς λόγος έγινε και θα ξαναγίνει σίγουρα σύντομα για τον δημόσιο ή τον ιδιωτικό χαρακτήρα τής, ανωτάτης ιδίως, εκπαίδευσης. Το πρόβλημα είναι υπαρκτό και ο προβληματισμός δικαιολογημένος, ιδίως εν όψει της διεθνούς εμπειρίας. Όμως, όπου και να καταλήξει επ' αυτού η πολιτειακή βούληση, δεν θα έχει αντιμετωπίσει τη ρίζα της κακοδαιμονίας, την επίσημη δηλαδή, αλλά και ιδιωτική, στάση απέναντι στη μάθηση. Το ίδιο ισχύει και για μέτρα που συνδέονται με τον τρόπο επιλογής και το καθεστώς των εκπαιδευτικών. Και πάλι το κάρο μπαίνει μπροστά από τα άλογα (μεταβάλλοντάς τα έτσι σε παράλογα), αν αγνοήσουμε ότι πρωταρχική σημασία έχει πώς διδάχθηκαν (και όχι ποιοι είναι) αυτοί που θα μας διδάξουν.
Για να γίνουν βήματα, χρειάζεται φυσικά κριτική παρ' όλο που αυτή είναι το μόνο ίσως που δεν λείπει. Τούτη τη στιγμή όμως απαιτείται εκ μέρους των υπευθύνων, κυρίως, αυτοκριτική.
Όχι, δεν μπορούμε να μιλάμε για «μεγάλη προτεραιότητα» της κυβέρνησης όταν τα κονδύλια για την παιδεία στον τόπο μας συνεχίζουν, συγκριτικά, να βρίσκονται σε επίπεδα χαρτζιλικιού.
Όχι, δεν μπορούν να χαρακτηρίζονται «υποκινούμενες κινητοποιήσεις χωρίς αντίκρυσμα» οι, έστω άναρθρες, κραυγές αυθεντικής αγωνίας. Όχι, δεν δικαιώνεται η «τεράστια προσπάθεια» όταν η σχολική χρονιά αρχίζει χωρίς βιβλία. Όχι, δεν υπάρχει «πρόοδος» στη διδακτέα ύλη όταν η ελληνική Ιστορία σταματά πάντοτε στο 1940 και όταν ολόκληρη η ξένη πεζογραφία του εικοστού αιώνα αντιπροσωπεύεται από τέσσερις συγγραφείς. Ανάμεσα στα ΠΣΕ και τα ψέματα συνεχίζουμε να απομακρυνόμαστε από τις ρίζες μας.

Social Media