Τα σοκ δεν τελείωσαν

ΤΑ ΝΕΑ 28/11/98

 

Η εντελώς πρόσφατη κυκλοφορία ενός φιλόδοξου βιβλίου γύρω από τον βίο και κυρίως την πολιτεία του ΠΑΣΟΚ, συμπίπτει με την επίσης υψηλών στόχων προσυνεδριακή διαδικασία του κυβερνώντος κόμματος, ξαναφέρνοντας στην επικαιρότητα το ζήτημα της γενικής πολιτικής ανανέωσης.Τα ενδιαφέροντα, σε αρκετές περιπτώσεις, πορίσματα της πολιτικής επιστήμης και η εκδηλούμενη βούληση εκσυγχρονισμού του Καταστατικού και του προγράμματος των Ελλήνων σοσιαλιστών, αφήνουν, εν τούτοις, ένα κενό. Τα πρώτα είναι σαν να εξετάζουν το κόμμα ως μια κλινική, με την πιο ουδέτερη έννοια του όρου, περίπτωση, ενώ η δεύτερη δεν αρκεί για να καλύψει το έλλειμμα ενός πραγματικά νεωτερικού λόγου.

Ο ένας από τους δύο βασικούς πόλους του μεταπολιτευματικού κομματικού συστήματος αξίζει ίσως κάτι περισσότερο: να εξετασθεί ως αυτό που είναι ­ και όχι ως αυτό που κάποιοι θα ήθελαν να έχει υπάρξει ­ και να επαναπροσδιορίσει το μέλλον του διδασκόμενο ­ και όχι βασανιζόμενο ­ από το παρελθόν του. Η επιστημονική ανάλυση προσπαθεί συχνά να κάνει το κομματικό φαινόμενο να χωρέσει σε προκατασκευασμένα, οργανωτικά και ιδεολογικά, σχήματα. Το ΠΑΣΟΚ δεν υπήρξε ποτέ, στην πραγματικότητα, «κόμμα στελεχών», αφού, μερικές μόνο εβδομάδες μετά την ίδρυσή του, προέβη στη γνωστή ­ και ιστορικά κρίσιμη ­ επιλογή της «αυτοοργάνωσης». Αυτή, με τη σειρά της, δεν το μετέτρεψε μεν σε «κόμμα μαζών» ­ με την έννοια ότι δεν οδήγησε «τις μάζες στην εξουσία» (για την οποία εξάλλου αυτές σε κανένα κοινοβουλευτικό πολίτευμα εν προορίζονται) ­ αλλά εισήγαγε ένα εντελώς νέο, για την Ελλάδα, στοιχείο: την οργάνωση σε βάθος και την διακτίνιση των μονάδων του κόμματος με τρόπο που να δίνουν λόγο στη λεγόμενη βάση. Το έτσι οργανωμένο κόμμα δημιούργησε βέβαια τη δική του τάξη προυχόντων, η δε ­ συχνότατα μονοπρόσωπη ­ ηγετική του ομάδα λειτούργησε, για μεγάλο διάστημα, χωρίς την αγωνία συνεπούς υπηρέτησης της εσωκομματικής δημοκρατίας (ξεχνώντας, για παράδειγμα, να οργανώσει Συνέδριο επί δέκα χρόνια). Όμως η εξαρχής διαίρεση των στελεχών του σε αλληλοσπαρασσόμενες φατρίες («σοσιαλιστές», «τεχνοκράτες», «παλαιοκομματικοί») δεν αποδίδει ούτε τις πολιτικές συνθήκες της εποχής ούτε τη ζωογόνο αίσθηση που έφερνε το ΠΑΣΟΚ στο λιμνάζον πολιτικό σύστημα. Το σύνθημα της εθνικής απελευθέρωσης δεν πρόδιδε εθνικισμό στις δεκαετίες του εβδομήντα και του ογδόντα και η προσωπικότητα του ιδρυτή του ΠΑΣΟΚ δεν αρκεί για να εξηγήσει τη διαφορετική, συγκρινόμενη με σήμερα, σχέση μελών και οπαδών με το κόμμα. Το ίδιο μετέωρη μένει και η αποτίμηση του κυβερνητικού έργου του ΠΑΣΟΚ με σημερινά κριτήρια και κατά συγκεκριμένους και ασύνδετους, μεταξύ τους και σε σχέση με τις ανάγκες της εποχής, τομείς. Τα διάφορα μέτρα δεν είναι ούτε ορθό ούτε δίκαιο να αξιολογηθούν ως τεχνικώς «καλά» και «κακά» και έτσι να «γίνει η σούμα» ­ ξεχνώντας ότι η δεκαετία του ογδόντα δεν ήταν η δεκαετία του Μάαστριχτ, αλλά, για την Ελλάδα τουλάχιστον, η εποχή του αναγκαίου πειράματος της εναλλαγής. Και με αυτό το κριτήριο βέβαια, δεν μπορεί κανείς να μην ασκήσει κριτική σε πολλές επιλογές και να μην αποκαλύψει υποχωρήσεις. Όμως αυτές μοιάζουν να οφείλονται περισσότερο σε έλλειψη πολιτικής παιδείας ­ σε προβλήματα οργάνωσης, σχεδίου και στελεχών ­ παρά σε ατολμία ή υποτίμηση των αιτημάτων των καιρών. Για το σημερινό ΠΑΣΟΚ δεν μπορεί να λέγεται συγχρόνως ότι επιτέλεσε τομή σε σχέση με το παρελθόν του και ότι ακολουθεί την, κυβερνητική τουλάχιστον, πεπατημένη. Δεν μπορεί να αποσιωπάται ο τρόπος που αποτίναξε τη ρετσινιά αλλά και την πραγματικότητα του λαϊκισμού. Τα στελέχη του πρέπει να καταβάλουν μεγάλη ακόμα προσπάθεια για να αποδείξουν ότι το «νέο» δεν ήρθε από το πουθενά και ότι τα αιτήματα του κοινωνικού σώματος δεν παραπέμπονται επίσης εκεί. Για να γίνει αυτό, οφείλουν, πριν από τον διάλογο, να σκεφθούν με σημερινούς όρους το παμπάλαιο πρόβλημα: πώς η εξουσία, που από τη φύση της διαφθείρει και αποξενώνει, θα μπορέσει (αφού αυτή είναι σήμερα η πραγματικότητα του ΠΑΣΟΚ) να προσφέρει το μέτρο ενός νέου συμβολαίου, αν όχι εκλογικής νίκης, τουλάχιστον πολιτικής εμπιστοσύνης.
 

Βιογραφικό

  • Βιογραφικό

    Γεννήθηκα το 1962 στην Αθήνα, από πατέρα δικαστή (τρίτη γενιά νομικών στην οικογένεια και μάλλον τελευταία) και μητέρα αρχαιολόγο, με πελοποννησιακή, εξ αμφοτέρων, καταγωγή.

    Περισσότερα...