Ένας δικτάτορας ο οποίος ταπεινώνεται, που γνωρίζει επιτέλους τον φόβο και ετοιμάζεται να πληρώσει για τα εγκλήματά του, είναι μια εκδίκηση της ελευθερίας απέναντι στους διώκτες της και μια μεγάλη στιγμή για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Πώς να περάσει απαρατήρητο, όμως, ότι η δίωξη έγινε ενώ βρισκόταν σε ξένη χώρα και μάλιστα για ιατρικούς λόγους και από έναν δικαστή που κάθε άλλο παρά υπεράνω κινήσεων εντυπωσιασμού μπορεί να χαρακτηρισθεί; Τύπος «Ισπανού Ντι Πιέτρο», ο δικαστής Γκαρθόν είναι αυτός που βρισκόταν πίσω από την έρευνα όλων των σκανδάλων, αληθινών και σκηνοθετημένων, της σοσιαλιστικής διακυβέρνησης, αφού πρώτα είχε κατέβει σε εκλογές με το σοσιαλιστικό κόμμα, για να μεταστραφεί άρδην όταν δεν του δόθηκαν οι εξουσίες που επιθυμούσε.
Η υποψία ότι ο δικαστής «την είχε στημένη» στον δικτάτορα και, κυρίως, στις αρχές της χώρας του, που ήταν οι πρώτες αρμόδιες να τον δικάσουν, είναι άραγε δυνατό να σβήσει εντελώς μπροστά στην ιερή συγκίνηση των θυμάτων του στυγνού καθεστώτος; Η πιθανή σύγκρουση δεν είναι εδώ με τις επιταγές ενός όψιμου «ανθρωπισμού», που επικαλείται την επιείκεια λόγω πολιτικής λήθης και φυσικού γήρατος, αλλά με την ηθική εκείνη αρχή της δημοκρατίας, που συνίσταται στη μη χρησιμοποίηση μεθόδων που η δημοκρατία θα καταδίκαζε, ακόμα και αν πρόκειται να χρησιμοποιηθούν εις βάρος όσων την τσαλαπάτησαν. Η «παγκοσμιοποίηση της δικαιοσύνης» είναι θετική αν πρόκειται να οδηγήσει σε κολασμό των τυράννων, αλλά πρέπει να αποκτήσει συγκεκριμένους κανόνες και τη διαφάνεια που ταιριάζει σε κάθε δημοκρατική κατάκτηση.
Από 'κεί και πέρα λειτούργησε η βρετανική ορθοφροσύνη. Η μεν απόφαση ότι ασυλία δεν χωρεί για εγκλήματα κατά των δικαιωμάτων του ανθρώπου είναι τολμηρή αλλά και πειστική, η δε επιλογή συνέχισης της δίωξης, έστω και μέσα από τόσους νομικούς μαιάνδρους, απέδειξε πόσο λάθος είναι να υποτιμάται ο συνδυασμός αυτοπεποίθησης και κοινού νου που διακρίνει την παρούσα βρετανική κυβέρνηση.
Αμηχανία που φθάνει ώς τη δυσφορία προκάλεσε και η ξαφνική, ολομέτωπη και μετά τον θάνατο του στόχου της επίθεση του πρώην Γάλλου πρωθυπουργού Ροκάρ κατά της ηθικής ακεραιότητας του Φρανσουά Μιτεράν.
Την αντίδραση δεν προκαλεί, και πάλι παράβαση της αρχής «ο θανών δεδικαίωται», αφού στη δημοκρατία τη θέση της πρέπει να παίρνει το αξίωμα «τα δημόσια πρόσωπα δεν παύουν ποτέ να κρίνονται». Αυτό που εξεγείρει την ηθική συνείδηση είναι η επικράτηση της προσωπικής πικρίας επί της πολιτικής κρίσης, το χτύπημα κάτω από τη ζώνη σε μια χρονική στιγμή που έχει εξαφανίσει τα περιθώρια αγιοποίησης του πρώην προέδρου. Είναι διπλά δυσάρεστο και διπλά βαρύ που το δημοκρατικό μέτρο, και μαζί οριστικά την αξιοπιστία του, έχασε ένα από τα κάποτε λαμπρότερα πνεύματα της ευρωπαϊκής πολιτικής σκηνής, ένας άνθρωπος που δεν κέρδισε την εξουσία, αλλά που του δόθηκε η ευκαιρία να την ασκήσει (από αυτόν του οποίου τη μνήμη σύλησε τώρα) ακριβώς επειδή ήταν διαφορετικός.
Η Ελλάδα μπορεί να υπερηφανεύεται για τη στάση της σε αντίστοιχες περιπτώσεις. Έκρινε, τιμώρησε και ξεπέρασε, μόνη της και έγκαιρα, τους δικτάτορές της και αντιμετώπισε τους μεγάλους πολιτικούς νεκρούς της χωρίς συγκατάβαση, αλλά με τον σεβασμό που οφείλεται σε αυτούς που γράφουν ιστορία. Στην έκφρασή της πάσχει η δημοκρατία μας. Δεν την τιμούν ούτε οι αναφορές στον Γκαίμπελς στα πλαίσια άσκησης της εσωκομματικής αντιπολίτευσης ούτε η εκ μέρους υπουργών προσωποποίηση κάθε αντίρρησης, σαν να όφειλε, πριν καν εκφρασθεί, να αυτοθρυμματίζεται μπροστά στους μακροχρόνιους υπέρ δημοκρατίας αγώνες τους. Η αισθητική διάσταση αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της ηθικής της δημοκρατίας.

Social Media