Οι πολίτες νιώθουν αυτό που συχνά οι ταγοί καμώνονται ότι αγνοούν. Είναι απτή η μετάβαση από ένα πολιτικό κλίμα άγονης αντιπαράθεσης, διαισθητικής πολιτικής πλεύσης, διαρκούς ενασχόλησης με το φαίνεσθαι, από ένα κλίμα τέλους εποχής, σε μια ατμόσφαιρα, αν μη τι άλλο, νηφάλιας εργατικότητας. Υπάρχουν θέσεις και διεξάγεται διάλογος, που δεν εξαντλείται σε στερεότυπες κορόνες. Γίνεται προσπάθεια να οικοδομηθεί (γιατί πραγματικά θέλει χτίσιμο) μια άλλη εικόνα της Ελλάδας προς τα έξω. Η ευρωπαϊκή πορεία υποτάσσεται στους εξαναγκασμούς, αλλά επιζητά και τη συνέπεια. Ως διά μαγείας η εξουσία δεν λοιδορείται πια για λαϊκισμό, ενώ ο εθνικισμός είναι τόσο περιθωριακός όσο η κοινοβουλευτική του εκπροσώπηση. Και το κυριότερο μέχρι στιγμής επίτευγμα: η άρνηση χρησιμοποίησης της παροχολογίας ως προνομιακού εκλογικού όπλου.
Αυτή η γενική εικόνα υπονομεύεται ωστόσο συχνά εκ των έσω από χειρισμούς που προδίδουν μια θεσμική αντίληψη άλλων εποχών.
Από τους τρεις διακριτούς πυλώνες εξουσίας σε μια σύγχρονη δημοκρατική πολιτεία, αυτός που άλλαξε θεαματικότερα είναι ο κυβερνητικός. Περισσότερη δουλειά, περισσότερη σοβαρότητα, περισσότερη συλλογικότητα: η αλλαγή στην ποιότητα της κυβερνητικής προσπάθειας είναι σαφής. Δεν συμβαίνει όμως το ίδιο με την ποιότητα του κυβερνητικού έργου. Η αχίλλειος πτέρνα της παρούσας κυβέρνησης είναι η αδυναμία μετατροπής ορθολογικών εξαγγελιών στις μεταρρυθμίσεις που έχει ανάγκη ο τόπος.
Η επιχειρούμενη εκπαιδευτική μεταρρύθμιση αποτελεί καλό παράδειγμα. Ξεκινώντας να προβιβάσει την αξιοκρατία και τη γνώση (υπό αυτή την έννοια, αν δεν αποτελεί πραγματική «μεταρρύθμιση», αποτελεί κάτι σχεδόν εξίσου σημαντικό, καλή ρύθμιση), δείχνει να αυτοαναιρείται εξαιτίας πλημμελούς επεξεργασίας τεχνικών, καθόλου όμως δευτερεύουσας σημασίας, πτυχών ενός τέτοιου εγχειρήματος.
Για τη νομοθετική λειτουργία, το πρόσφατο παράδειγμα της αναγκαστικής συνένωσης κοινοτήτων αποδεικνύει ότι όχι μόνο δεν έχει αποκτήσει τη θέση που της αρμόζει, αλλά ότι ο ρόλος της υποβιβάζεται πλέον με σχεδόν επίσημο τρόπο. Η κυβέρνηση δήλωσε ότι το σχετικό νομοσχέδιο που θα φέρει στη Βουλή «θα ψηφισθεί όπως έχει» (γιατί δεν προτείνει τότε και κατάργηση της συζήτησης; Θα κερδηθεί χρόνος). Η αντιπολίτευση ρίχνει τέτοιο βάρος στη διακήρυξη της οπισθοδρομικότητας του μέτρου, ώστε ξεχνά ότι θα έπρεπε να παραθέσει ή να επινοήσει συγκεκριμένα επιχειρήματα. Η ηγεσία της Βουλής συνεχίζει να ξιφουλκεί με τους ανεμόμυλους της ενημέρωσης και να ανέχεται, ή να μην πολεμά, πραγματικές παρεκβάσεις.
Η κρίση για τη δικαστική εξουσία είναι δυσκολότερη, καθώς τα στοιχεία που έχει κανείς στη διάθεσή του κινδυνεύουν να αδικήσουν μια δουλειά ουσίας, που διεξάγεται μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας.
Ωστόσο, υπάρχουν κάποιοι λόγοι θεμιτής ανησυχίας. Η πολιτική ηγεσία δεν μένει πάντα αμέτοχη στα θέματα της εσωτερικής διοίκησης της Δικαιοσύνης, όπως δείχνουν πρόσφατοι χειρισμοί συνδεόμενοι με μέλη του προεδρείου του Αρείου Πάγου, που απλώς προσπάθησαν να ενεργήσουν, στα πλαίσια των εποπτικών τους αρμοδιοτήτων, με τον τρόπο που τους υπαγόρευε η ακεραιότητα και η κρίση τους. Ίδιας ποιότητας κρίση, πάντως, δεν φαίνεται να πρυτανεύει στο θέμα της δήμευσης των αυτοκινήτων «μεθυσμένων» οδηγών και στη γενικότερη φιλοσοφία απονομής Δικαιοσύνης. Είναι φυσικό: τα τηλε-παράθυρα δεν είναι ο καταλληλότερος χώρος για νομική εμβάθυνση.
Η διαπίστωση αλλαγής του πολιτικού κλίματος δεν συνιστά τέλος (ούτε με την έννοια του σκοπού), αλλά αρχή (και με την έννοια της κοσμοθεωρίας). Ο πολίτης δικαιούται, και οφείλει, να ζητά πάντα κάτι περισσότερο, μια διαφορετική ποιότητα δημοκρατίας.

Social Media