Μια πρώτη αλλαγή αφορά την ανάγκη εξειδίκευσης (θα λέγαμε «ελληνοποίησης», αν η αδόκιμη αυτή έκφραση δεν είχε τέτοια εθνικιστική και καλαθοσφαιρική φόρτιση) των κυβερνητικών αποφάσεων. Τα δύο απειλητικότερα μαύρα σύννεφα της πρόσφατης επικαιρότητας, η ελληνοτουρκική ένταση και η επίθεση κατά της δραχμής, δεν παρουσιάζονται για πρώτη φορά. Τώρα όμως εμφανίζονται, το μεν πρώτο, σε μια περίοδο, που, από μέρους της χώρας μας τουλάχιστον, είχε σηματοδοτηθεί από την επιθυμία προσέγγισης μέσω διαλόγου, το δε δεύτερο, την εποχή που η κυβέρνηση, ενθαρρυμένη από τις κρίσεις διεθνών οικονομικών κέντρων, άρχιζε να πιστεύει πως η ανάκαμψη και η μείωση της απόστασης από τους Ευρωπαίους εταίρους διαγράφονταν όχι μόνο πλέον ως εφικτές, αλλά και ως πιθανές.
Και τα δύο γεγονότα φανερώνουν, νομίζουμε, ότι η πολιτική δεν μπορεί να ασκείται με βάση γενικούς κανόνες, αλλά απαιτεί συνεχή προσαρμογή στις ανάγκες της χώρας και της στιγμής. Με βαριά καρδιά οφείλει να παραδεχθεί κανείς ότι, όσο κι αν αποτελεί την ηθικά συνεπέστερη στάση, η επίθεση ειρήνης σε μια χώρα που έχει μετατρέψει τη δημιουργία έντασης σε διπλωματικό εργαλείο, δεν μπορεί να είναι κερδοφόρα. Εξίσου σαφές είναι ότι η υποταγή της οικονομικής πολιτικής στις μόνες επιταγές της Ευρώπης υπό το άλλοθι της «παγκοσμιοποίησης» που δεν είναι παρά η επιβολή ενός συγκεκριμένου μοντέλου δράσης από τους ισχυρούς στους ασθενέστερους θα δημιουργήσει τέτοιες τριβές, που θα την καταστήσουν ανενεργό ή αναξιόπιστη.
Στο σημείο αυτό ανακύπτει η ανάγκη επαναδιαμόρφωσης και του τρόπου που κοινωνούνται οι πολιτικές αποφάσεις. Δεν ενδιαφέρει η κενή ρητορεία περί «επικοινωνιακής πολιτικής», αλλά η ουσία της επικοινωνίας. Η δημοκρατία απαιτεί διάλογο και εξήγηση, καθώς η λαϊκή νομιμοποίηση δεν σημαίνει την αυτόματη δικαίωση των αποφάσεων του νομιμοποιημένου οργάνου.
Μέτρα θεσμικά κρίσιμα κινδυνεύουν να γίνουν αντιπαθή ή ακόμα και να ανατραπούν, αν επιχειρηθεί να εφαρμοσθούν με βάση το τεκμήριο αυθεντίας των κυβερνώντων και όχι τη διάθεση να θεσμοποιηθεί αυτό που η πλειοψηφία θεωρεί ώριμο.
Το παράδειγμα του «Καποδίστρια» είναι εύγλωττο: τόσο γρήγορα ξεχάσθηκε ότι δεν μπορείς να αλλάξεις το όνομα κάποιου χωρίς να τον ρωτήσεις και ότι ψυχή δεν έχουν μόνο τα άτομα αλλά και οι τόποι; Η συνεχής επίκληση της Ευρώπης τείνει επίσης να φέρει το αντίθετο από το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα: πώς είναι δυνατόν το κοινωνικό σώμα να εμπιστεύεται μια διαδικασία, για την οποία ακούει ότι ετοιμάζεται να πάρει μια αμετάκλητη και σημαντικότατη στροφή, χωρίς να φαντάζεται λόγω έλλειψης στοιχειώδους ενημέρωσης τις συνέπειες;
Η πιο επείγουσα όμως συνειδητοποίηση, ιδίως σε περίοδο συνταγματικής αναμόχλευσης, έχει να κάνει με τη συνεχιζόμενη υπόγεια αλλοίωση του πολιτεύματος. Εξελίξεις που βρίσκονται εντελώς έξω από τη λογική του κοινοβουλευτισμού θεωρούνται πια αυτονόητες. Ο Τύπος λοιδορείται γιατί ασκεί κριτική αυτή είναι η δουλειά του και αγνοείται ότι έχει σχεδόν υποκαταστήσει τον κοινοβουλευτικό έλεγχο. Η σκανδαλολογία ακμάζει μόνο ως κουτσομπολιό και συγχωρείται η επίσημη νομιμοποίηση εξόφθαλμων παρανομιών. Οι θυσίες που απαιτούνται για τη γενική ανάκαμψη βαρύνουν (στο όνομα ποιας άραγε «ισορροπίας;») όσους υποφέρουν ήδη. Και το νέο, στυφό, φρούτο: η χρησιμοποίηση εξωθεσμικών παραγόντων ως προπομπών των σχεδιαζόμενων μέτρων και κυματοθραυστών (με προσωπικό, ελπίζεται, όχι πολιτικό κόστος) των κοινωνικών αντιδράσεων.
Τη δύσκολη αυτή στιγμή, μια κυβέρνηση πραγματικά ευαίσθητη οφείλει να προβεί στη βαθύτερη πράξη πολιτικής αντίστασης: το ξεπέρασμα του ίδιου της του κομφορμισμού.

Social Media