Στην κινούμενη στα όρια της συνταγματικότητας δικαστική επιλογή για τον τρόπο «πάταξης» των «μεθυσμένων» οδηγών, ήρθε πρόσφατα να προστεθεί, από ένα μέρος της πολιτικής ηγεσίας, η μανιχαϊστική αντιμετώπιση του τεράστιου ζητήματος της εξάπλωσης των ναρκωτικών και, στο πλαίσιο της συζητούμενης συνταγματικής αναθεώρησης, η σύνδεση του εγκλήματος της εμπορίας ναρκωτικών με τη θανατική ποινή. Όσο πολιτικά αναξιόπιστο είναι να χαρακτηρίζει κανείς συλλήβδην ως ψευτο-προοδευτικούς όσους, στην αγωνία τους να βρουν λύσεις ξεπερνώντας τα ανακλαστικά του φόβου και της αποστροφής, αναζητούν στο πρόβλημα των ναρκωτικών διεξόδους και πέρα από τη μόνη καταστολή, άλλο τόσο αντίθετο με το αυθεντικό νόημα της αριστεράς είναι να συζητούνται εξαιρέσεις από τη γενική κατάργηση της θανατικής ποινής.
Ας το ξαναπούμε, με κίνδυνο πλέον η επανάληψη να καταστεί πηγή πάσης κοπώσεως. Η εναντίωση στη θανατική ποινή, στην ίδια την ιδέα και όχι μόνο στην εκτέλεσή της, πηγάζει από μια ηθική στάση έναντι του κοινωνικώς διαβιούντος ατόμου και, κατά συνέπεια, και έναντι της λειτουργίας του κράτους, ως μοναδικού νομιμοποιημένου φορέα κοινωνικής ρύθμισης. Η στάση αυτή θεωρεί την ανθρώπινη αξία την αξία του κάθε ανθρώπου, επειδή είναι άνθρωπος, όχι επειδή είναι ο άνθρωπος που είναι ως ιερότερη από την κρατική βούληση. Επιτρέπει στην τελευταία να τιμωρήσει, αλλά όχι να αναιρέσει τον πυρήνα της ανθρωπιάς, την ίδια τη ζωή. Και αυτό το επιλέγει όχι από δειλία, ούτε ίσως από δέος μπροστά στη δραματική οριστικότητα της τεχνητής απόφασης για το κόψιμο του νήματος, αλλά από μια βαθιά αίσθηση ότι καμιά τιμωρία δεν επιτρέπεται να εξαφανίσει την ελπίδα, που περικλείεται μόνο στη ζωή. Με τη στάση αυτή η αριστερά συνδέεται εξ ορισμού, καθώς γεννήθηκε για να πολεμήσει την κοινωνική αδικία, που σημαίνει ότι πιστεύει ότι ο άνθρωπος μπορεί να βελτιώσει, και όχι μόνο να καταστρέψει, τον εαυτό του. Για το λόγο αυτό δεν είναι δυνατόν να δεχθεί εξαιρέσεις στην αντιμετώπιση της θανατικής ποινής. Δεν νοείται ζύγιασμα της ειδικής απαξίας, ακόμα και της αποκρουστικότητας, όπως στην περίπτωση της εμπορίας ναρκωτικών, του κάθε εγκλήματος, για να αποφασισθεί κάθε φορά αν πρέπει ή όχι να επιβληθεί η θανατική ποινή. Επειδή ο θάνατος δεν είναι ποινή δεν τιμωρεί, εξαφανίζει , είτε γίνεται δεκτό ότι η κοινωνία μπορεί να ανεχθεί την έξωθεν επιβολή του είτε αυτή καταργείται ολοσχερώς. Η εξαίρεση της εσχάτης προδοσίας σε καιρό πολέμου, επειδή ενέχει και την κοινωνική αποδοκιμασία σε μια άλλη ηθική σφαίρα, της πατρίδας ως συνόλου κοινών αξιών, θα μπορούσε να θεωρηθεί οριακή και πάλι όμως η συνεπέστερη επιλογή θα ήταν η άρνηση του θανάτου.
Η συνεπικουρία πάντως και βουλευτών του κυβερνώντος σοσιαλιστικού κόμματος στη διατήρηση της θανατικής ποινής και για τους εμπόρους ναρκωτικών δείχνει ότι η ταυτότητα της αριστεράς δεν έχει πια τη δύναμη να συσπειρώνει όλους όσους ισχυρίζονται ότι αγωνίζονται στο όνομά της. Μόνο που έτσι δεν κινδυνεύει μόνο η αριστερά, αλλά και η ελευθερία.

Social Media