Σημαντικές δεν είναι αφ' εαυτές κάποιες αριθμητικές επιδόσεις ή θεσμικές εξαγγελίες όσο κι αν μπορούν να χρησιμεύσουν ως ενδείξεις κινητικότητας. Σημαντική είναι η πολιτική πειστικότητα της εξουσίας και εδώ η κυβέρνηση δείχνει να εισήλθε το 1997 στο μεταίχμιο. Η απόδειξη των καλών προθέσεων και της αλλαγής δημόσιας εικόνας δεν αρκούν πια για να απορροφήσουν τους κραδασμούς από αυτό που θα ονομάζαμε «έλλειμμα προσανατολισμού»: ξέρει η κυβέρνηση πού πάει; Θέλει να πάει εκεί που πάει; Έχει σκεφθεί μήπως υπάρχει δικαιότερος, ή πλησιέστερος στις αρχές της, τρόπος για να φθάσει στο ίδιο αποτέλεσμα; Είναι έτοιμη να προσαρμόσει τις επιμέρους επιλογές της στη δυναμική των εξελίξεων; Διαθέτει και χρησιμοποιεί τα εργαλεία για να κοινωνήσει τους στόχους και τον τρόπο εξειδίκευσής τους; Η αμφιβολία ταιριάζει, στην καλύτερη περίπτωση, στα περισσότερα από τα παραπάνω ερωτήματα.
Σε όλα τα μεγάλα πολιτικά ζητήματα, όπου απαιτείται χάραξη στρατηγικής, καταλείπεται η αίσθηση ότι τα μέτρα που λαμβάνονται ακολουθούν περισσότερο εξωτερικά γεγονότα παρά εμφορούνται από μια συνολική και ανανεωτική προοπτική. Ισχύει για τη θέση της Ελλάδας εντός της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, που δεν είναι ούτε τόσο δεδομένη ούτε τόσο μονοσήμαντη όσο ορισμένοι από αναλυτική μόνο αδυναμία; αφήνουν να εννοηθεί. Ισχύει για τους χειρισμούς των λεγόμενων εθνικών θεμάτων, που μένουν σε μεγάλο βαθμό μετέωροι, όσο η κυβέρνηση δεν ξεκαθαρίζει αν επιδιώκει να επιφέρει τομή, αλλαγή συνολικής αντίληψης, στον τρόπο αντιμετώπισής τους και αν ναι, από πού προκύπτει η μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα της νέας πολιτικής. Ισχύει κατ' εξοχήν για την οικονομική και κοινωνική πολιτική, όπου πολλοί αρμόδιοι «ξεχνούν» ότι η θέση κριτηρίων σημαίνει τη δυνατότητα εθνικών επιλογών και άρα ουδόλως δικαιολογεί τη μονομανή επίκληση διεθνούς μονοδρόμου.
Παρόμοιο έλλειμμα διαπιστώνεται και στο μέτωπο της λειτουργίας του πολιτεύματος. Το σημαντικό εδώ δεν είναι πόσοι δήλωσαν «ίσως ότι, αλλά μάλλον τελικά όχι, παρ' όλο που», μένοντας, φυσικά, όλο αυτό το διάστημα πιστοί στα ιδανικά των κομμάτων τους. Ακόμη λιγότερο σημαντικό είναι πόσοι τελικά συγκροτούν τις εκατέρωθεν εσωτερικές ομάδες και με βαρύ από τι ακριβώς στομάχι σε ποιου το δείπνο σφράγισαν το μέλλον του τόπου μας. Θλιβερά δευτερεύον είναι ποιοι και γιατί δήλωσαν ότι συγγενεύουν ή ενδέχεται να συγγενεύσουν κομματικά, με ποιους και πώς αποκαλούν το νέο είδος σχέσης που ανακαλύπτεται στην Ελλάδα και πρόκειται να μεταλαμπαδευθεί στα πέρατα της οικουμένης.
Αυτό που έχει σημασία είναι ότι, περισσότερο ίσως παρά ποτέ, ο πολιτειακός διάλογος δεν διεξάγεται με πολιτικούς, αλλά με συναλλακτικούς όρους και αναπαράγεται με μόνο κριτήριο τον εντυπωσιασμό (όσο δε λιγότερο «γεννημένος» για εντυπωσιασμό μοιάζει κάποιος τόσο περισσότερο εντυπωσιάζει, όταν, ξεπερνώντας τον εαυτό του, ενσωματώνεται στο κυρίαρχο κλίμα), ότι η αντιπαράθεση στο εσωτερικό των κομμάτων δεν προωθεί τη συζήτηση για τα ίδια τα θέματα που υποτίθεται ότι την προκάλεσαν, αλλά ανακυκλώνει τριβές που ελάχιστη σχέση έχουν με την πολιτική σφαίρα· ότι η μεγάλη ιδέα της αριστεράς και γι' αυτούς που την πιστεύουν, της δεξιάς ταλαιπωρείται στον στίβο της κομματικής συνδιαλλαγής αντί να αφεθεί να κολυμπήσει στο ανοικτό πέλαγος της συναρπαστικά μεταβατικής εποχής μας.
Όσο σημαντικά πάντως και να είναι όλα τα παραπάνω, θα παραμείνουν, ανεξάρτητα από το πού θα οδηγήσουν στα χρόνια που έρχονται, πάντα μικρά μπροστά στις εξελίξεις της πραγματικής ζωής του καθένα μας. Κι αυτό το πέταγμα της πολιτικής πάνω από την καθημερινότητα πρέπει κάποια στιγμή να πάψουμε να το σπαταλάμε.

Social Media