«ΔΙΑΒΑΖΩ», Τεύχος 463 Μάιος 2006
Για δύο τουλάχιστον πράγματα δεν μπορεί κανένας να κατηγορήσει τον Ευάγγελο Βενιζέλο: ότι δεν έχει Λόγο και ότι δεν έχει συναίσθηση αυτού του χαρίσματος, που είναι συνάμα και βάρος. Για όποιον αμφέβαλε, αρκούν αυτές οι γραμμές από το τελευταίο βιβλίο του: «Δεν υπάρχει τίποτα πιο πραγματικό, πιο αποκαλυπτικό, επικίνδυνο αλλά και πιο κρίσιμο από τις λέξεις». Ιδού ένας πολιτικός, που δεν κολακεύει το «λαό» αλλά τολμά ακόμα να πιστεύει –και να υπηρετεί, όπως αποδεικνύουν οι πολυάριθμες και σχεδόν πάντα ενδιαφέρουσες παρεμβάσεις του- το δημόσιο λόγο, δηλαδή την αναζήτηση της συλλογικής αυτογνωσίας. Γι’ αυτό έχει σημασία ότι, στο συγκεκριμένο βιβλίο, οι κύριες λέξεις, «Δεξιά» και «Αριστερά», αντιμετωπίζονται με σεβασμό αλλά και με κάτι σαν αδιόρατη δυσπιστία, που εικονογραφείται ίσως εμβληματικά από το γεγονός ότι τίθενται στον υπότιτλο –κι όχι στον ίδιο τον τίτλο- κι ότι συνοδεύονται από ένα ερωτηματικό: «Αριστερά- Δεξιά στην εποχή μας;»
Δεν μπορεί να είναι τυχαίο. Σε δύο πρόσφατα και πολύ ενδιαφέροντα πολιτικά δοκίμια, η βασική έννοια με την οποία αποτιμάται η κυβερνητική οκταετία Σημίτη είναι η «εκκρεμότητα» (Φοίβος Καρζής, «Ανάμεσα σε δύο Ελλάδες. Η εκκρεμής μεταρρύθμιση 1996-2003») ή ο πολύ συγγενής της «μετεωρισμός» (Αντώνης Καρακούσης, «Μετέωρη χώρα. Από την κοινωνία της ανάγκης στην κοινωνία της επιθυμίας 1975-2005»). Μετέωρο είναι ένα γεγονός του οποίου το ίχνος, η διάρκεια και η επίδραση είναι αμφίβολα. Ισχύει αυτό για την περίοδο Σημίτη, ιδίως υπό το φως των επιγενόμενων εξελίξεων; Πιστεύω πως όχι: άλλο το ανολοκλήρωτο, άλλο το αδικαίωτο.
«ΔΙΑΒΑΖΩ», Τεύχος 461 Μάρτιος 2006
Η –αναγνωστική- σχέση μου με το Φίλιπ Ροθ περνούσε μια καμπή. Έχοντας γράψει σε ένα επίμετρο όλα τα καλά που πίστευα για τη διάσημη πλέον «Ανθρώπινη Κηλίδα», άρχισα σιγά-σιγά να παίρνω κάποιες ψυχικές αποστάσεις, υποκύπτοντας μάλλον στο κλασικό σφάλμα ταύτισης του προσώπου του συγγραφέα με το έργο του.
«ΔΙΑΒΑΖΩ», Τεύχος 459 Ιανουάριος 2006
Το 2005 μπορεί ίσως κάποτε να περάσει στη βιβλιογραφική μνήμη ως η χρονιά κατά την οποία οι Έλληνες πολιτικοί αποφάσισαν να γράψουν βιβλία –περισσότερα και, κυρίως, «πιο βιβλία» από άλλες φορές. Δεν νομίζω ότι είναι τυχαίο το γεγονός ότι στη μεγάλη πλειοψηφία τους οι συγγραφείς προέρχονται από τον –ας τον πούμε έτσι για να συνεννοούμαστε- αριστερό χώρο, ο οποίος, ως γνωστόν, βρίσκεται αυτό τον καιρό εκτός εξουσίας. Συγγραφή, λοιπόν, ίσον «κουλτούρα», ίσον αριστερά, ίσον αντιπολίτευση;
«ΔΙΑΒΑΖΩ», Τεύχος 458 Δεκέμβριος 2005
Ένα από τα μικρά μυστήρια της λογοτεχνικής μας ζωής των τελευταίων χρόνων έχει να κάνει με την αντιστρόφως ανάλογη προς την αναγνωστική τους απήχηση κριτική τοποθέτηση απέναντι στα βιβλία του Νίκου Θέμελη. Ιδού ένας συγγραφέας που άλλαξε εντελώς και όχι παροδικά το λογοτεχνικό τοπίο, που αγαπήθηκε πολύ κι από πολλούς για τα βιβλία του, χωρίς μάλιστα να καταφύγει σε εμπορικά τερτίπια, και που, παρ’όλα αυτά, ή ίσως ακριβώς εξαιτίας αυτών, άφησε και αφήνει αμήχανη, αν όχι άφωνη, την επίσημη κριτική. Αν τουλάχιστον την εννοούμε σαν κάτι περισσότερο από απλή παρουσίαση και αν τη συγκρίνουμε με την προσοχή που δόθηκε σε πολύ λιγότερο πρωτότυπους και ενδιαφέροντες συγγραφείς.
O Κώστας Σημίτης γράφει όπως κυβέρνησε: χωρίς την παραμικρή υποχώρηση σε οτιδήποτε θα μπορούσε να θεωρηθεί ευχάριστο. Το πρόσφατο, πολυσυζητημένο πριν ακόμα διαβαστεί, βιβλίο του είναι, πολύ περισσότερο από αυτοβιογραφία (που απαιτεί κάποιου είδους συναισθηματική συμμετοχή του αφηγητή) ή πραγματεία (που προϋποθέτει την ενσωμάτωση διαφορετικών οπτικών) ένα –εκτεταμένο- μάθημα εφαρμοσμένης πολιτικής προς επιγόνους και ενδιαφερόμενους, ή ήδη νοσταλγούς, πολίτες. Ως τέτοιο, το πόνημά του είναι λογικό να ενόχλησε πολλούς, ιδίως εντός της πολιτικής τάξης, οι εκπρόσωποι της οποίας είναι γνωστό ότι δεν δέχονται εύκολα μαθήματα. Μια ψύχραιμη, ωστόσο, αντιμετώπιση του εκδοτικού γεγονότος καθεαυτού (στην οποία καλεί ο συγγραφέας ήδη από την εισαγωγή) και μια στοιχειώδης διαίσθηση του ενός και μοναδικού πραγματικά πολιτικού στόχου που επιδιώκει, θα οδηγούσαν σε επωφελή αναπροσδιορισμό του διαλόγου αλλά και θα φώτιζαν τη χρησιμότητα του ίδιου του βιβλίου.

Social Media