Θεμέλια σιωπής

«ΔΙΑΒΑΖΩ», Τεύχος 458 Δεκέμβριος 2005

Ένα από τα μικρά μυστήρια της λογοτεχνικής μας ζωής των τελευταίων χρόνων έχει να κάνει με την αντιστρόφως ανάλογη προς την αναγνωστική τους απήχηση κριτική τοποθέτηση απέναντι στα βιβλία του Νίκου Θέμελη. Ιδού ένας συγγραφέας που άλλαξε εντελώς και όχι παροδικά το λογοτεχνικό τοπίο, που αγαπήθηκε πολύ κι από πολλούς για τα βιβλία του, χωρίς μάλιστα να καταφύγει σε εμπορικά τερτίπια, και που, παρ’όλα αυτά, ή ίσως ακριβώς εξαιτίας αυτών, άφησε και αφήνει αμήχανη, αν όχι άφωνη, την επίσημη κριτική. Αν τουλάχιστον την εννοούμε σαν κάτι περισσότερο από απλή παρουσίαση και αν τη συγκρίνουμε με την προσοχή που δόθηκε σε πολύ λιγότερο πρωτότυπους και ενδιαφέροντες συγγραφείς.

Κανείς, απ’όσο ξέρω, δεν μίλησε, στο δημόσιο τουλάχιστον χώρο, άσχημα για τα βιβλία του Θέμελη, αλλά και σχεδόν κανείς δεν έσκυψε πάνω από τους λόγους της εξαιρετικής εκδοτικής επιτυχίας τους και δεν προσπάθησε να αναλύσει τις πολλές λογοτεχνικές ιδιορρυθμίες τους. Σαν η αναγνώριση από το κοινό να ήταν (υπερ)αρκετή για έναν όχι και εντελώς «επαγγελματία» συγγραφέα και σαν το πρόσωπο Θέμελης, το τόσο δημόσιο λόγω της γνωστής σχέσης του με την πολιτική και συγχρόνως τόσο άγνωστο για λόγους ιδιοσυγκρασίας και εκδοτικής «πολιτικής», να καθιστούσε δύσκολη την πρόσβαση στο έργο.

Η κατάσταση δεν μεταστράφηκε με τη δημοσίευση του τέταρτου και από πολλές απόψεις (όχι όμως ως προς την αναγνωστική του κίνηση) απρόσμενου μυθιστορήματός του. Με κίνδυνο πλέον η σιωπή να παρασύρει σε μιαν άδικη ισοπέδωση: γιατί είναι προφανές ότι το «Για μια συντροφιά ανάμεσά μας» όχι μόνο διαφέρει αλλά και υπολείπεται ποιοτικά σε σχέση με τα βιβλία της «Τριλογίας» -και ιδίως, κατά τη γνώμη μου, με τα δύο πρώτα. Στο αίνιγμα της σιωπηλής υποτίμησης προστίθεται έτσι κι ένα ζήτημα εσωτερικής συνοχής. Τι ήταν αυτό που έδινε το ιδιαίτερο άρωμά τους στα μέρη της «Τριλογίας»; Γιατί ο συγγραφέας το εγκατέλειψε και τι προσπάθησε να πετύχει με την τόσο αισθητή αλλαγή τόνου; Και τι σημαίνει, για τα αρχικά επιτεύγματα, η σχετική αστοχία της τελευταίας απόπειρας;

Αν έπρεπε να δώσω μια εξήγηση για κάτι που κανονικά ανάγεται στο χώρο των αισθήσεων –και ίσως και των διαισθήσεων- θα έλεγα ότι τα τρία πρώτα βιβλία κερδίζουν γιατί αναπνέουν, γιατί σέβονται τον αναγνώστη χωρίς να του κλείνουν το μάτι και γιατί οδηγούν σε συνάντηση με θέματα που μπορεί να φαίνονται του συρμού (εθνική και ιστορική ταυτότητα, ατομική και συλλογική συνείδηση) αλλά βρίσκονται στον πυρήνα κάθε γνήσια λαϊκής λογοτεχνίας. Ο Θέμελης δεν προσπάθησε να «εκφράσει» κάτι για όλους μας, διηγήθηκε, όμως, ιστορίες με αντηχήσεις και αναφορές, δηλαδή με βάθος. Η τοποθέτηση σε άλλες εποχές, το άνοιγμα των συνόρων, ο κοσμοπολιτισμός των τόπων και των ηρώων, η αναζήτηση σκοπού μέσα από τη δράση και προόδου μέσα από τη σκέψη αποδείχθηκαν μέσα για μια πλάγια επανεξέταση της λειτουργίας του «ιστορικού» μυθιστορήματος, χωρίς υπονόμευση των κανόνων του αλλά και χωρίς υποταγή στα όριά του. Αν προστεθεί η πλαστικότητα μιας γλώσσας με λόγιο τρόπο απλής (οφειλόμενη, ίσως, και στον «προφορικό» τρόπο σύλληψης και πρώτης γραφής των βιβλίων), μια αχλύς μυστηρίου που περιβάλλει, χωρίς να συσκοτίζει, πρόσωπα και καταστάσεις, μια δεξιοτεχνία στο κράτημα του ρυθμού και μια διακριτική χρήση της συγκίνησης, το αποτέλεσμα μπορεί να είναι η αναγνωστική χαρά που δίνουν τα βιβλία της «Τριλογίας». Και η χαρά, ως γνωστόν, είναι μεταδοτική, η δε μεταδοτικότητα δεν θέλει και πολύ για να γίνει μόδα.

Στη «Συντροφιά», ωστόσο, ο συγγραφέας, προσπαθώντας ίσως να υπερβεί, μιμείται αρκετά αδέξια τον εαυτό του. Ο ίδιος ο τίτλος είναι μια δυσάρεστη έκπληξη, με την μονολεκτική λιτότητα των πρώτων βιβλίων να έχει αντικατασταθεί με μια δυσνόητη αλλά και συντακτικά προβληματική περίφραση (ιδίως από τη στιγμή που ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται ότι η «συντροφιά» αφορά δύο μόνο άτομο). Αλλά και γενικά η παρουσία του δημιουργού είναι εδώ πολύ πιο βαριά και των δημιουργημάτων πολύ πιο απρόσωπη. Η δράση είναι μονόχορδη και ανολοκλήρωτη, η ερωτική ιστορία μετέωρη και σχεδόν ανεξήγητη, η μίξη του «πολιτικού» με το ατομικό λιγότερο πειστική, η συνειδητή προσπάθεια για προσθήκη στοιχείων ελαφράδας και χιούμορ οδηγεί στο αντίθετο αποτέλεσμα. Ο Θέμελης χάρισε με τα πρώτα βιβλία του ρωμαλεότητα και ορίζοντες στα γράμματά μας. Τον αδικεί η σιωπή της κριτικής αλλά, στην τελευταία του απόπειρα, και η βιασύνη του να της «απαντήσει».

 

Βιογραφικό

  • Βιογραφικό

    Γεννήθηκα το 1962 στην Αθήνα, από πατέρα δικαστή (τρίτη γενιά νομικών στην οικογένεια και μάλλον τελευταία) και μητέρα αρχαιολόγο, με πελοποννησιακή, εξ αμφοτέρων, καταγωγή.

    Περισσότερα...