Η καρικατούρα αποδίδει σε αρκετά μεγάλο βαθμό την αλήθεια –και όχι μόνο σήμερα, και όχι μόνο στην Ελλάδα. Αφήνει όμως σκοτεινά τα «γιατί» και, κυρίως, τα «πώς» αυτής της ξαφνικής αναθέρμανσης μιας σχέσης αγάπης και μίσους, καθώς η πολιτική έχει ανάγκη μια σκέψη που δε σκέφτεται και ο χώρος του βιβλίου είναι εγγενώς πολιτικός κι άλλο τόσο ανίκανος να το παραδεχτεί. Η τάση πειραματισμού ή συμφιλίωσης με το γραπτό λόγο, αν είναι αληθινή και, ιδίως, αν αντέξει στο χρόνο, είναι μεν ιδιαίτερα αμφίβολο αν θα πλουτίσει αισθητά τα γράμματά μας, περιέχει όμως ενδείξεις για το πού το πάνε (κάποιοι) πολιτικοί και, ακόμα πιο έμμεσα, για έναν πιο κοπιώδη από τους συνήθεις τρόπους αναζωογόνησης του πολιτικού μας συστήματος.
Στην Ελλάδα δεν υπάρχει παράδοση πολιτικών που να είναι και πολιτικοί συγγραφείς. Λείπει η συνήθεια της γραπτής απεύθυνσης στο κοινωνικό αλλά και στο πολιτικό σώμα, όπως λείπει εντελώς και η χρήση του pamphlet, του συνειδητά μονόπλευρου και σχεδόν διαστρεβλωτικά κριτικού λόγου, που μπορεί, όμως, στις καλύτερες στιγμές του (όπως το «Διαρκές Πραξικόπημα», με το οποίο Φρανσουά Μιτεράν καθιερώθηκε ως ο μόνος που μπορούσε να κοιτάξει στα μάτια το Ντε Γκωλ), να αποδώσει καλύτερα από κάθε ανάλυση την κραυγή μιας εποχής. Ακόμα και οι φύσει και θέσει διανοούμενοι Βενιζέλος και Τρικούπης (για να σταθούμε μόνο σε Πρωθυπουργούς) κατέφυγαν στις πιο λοξές ματιές της μετάφρασης και της ιστορικής έρευνας, αποφεύγοντας να γράψουν για τον εαυτό τους και για την εποχή τους.
Τον κανόνα αυτόν έσπασε φέτος, και μάλιστα με αρκετά εκκωφαντικό ως προς τη δημόσια πρόσληψή του τρόπο, ο Κώστας Σημίτης. Και μόνο ότι έγραψε για την κυβερνητική θητεία του ενάμιση μόλις χρόνο μετά το κλείσιμό της, αλλάζει το τοπίο. Επειδή, όμως, το έκανε πολύ περισσότερο για να υπερασπισθεί και να δικαιώσει παρά για να φωτίσει ή να σπείρει, κι επειδή ο συγκεκριμένος άνθρωπος είναι αυτός που είναι –τόσο δύσπιστος σε όποια αυτονόμηση του λόγου σε σχέση με τη σκέψη θα μπορούσε να οδηγήσει σε εκπλήξεις-, το βιβλίο του είναι περισσότερο μάθημα ή έστω μαρτυρία, παρά δοκίμιο ή ακόμα περισσότερο έργο επικοινωνίας. Ενώ μόνο μια επικοινωνία πέρα από την εφαρμοσμένη πολιτική θα αναβάθμιζε, στα μάτια μου, το ρόλο του βιβλίου εντός της πολιτικής και θα έδινε στην τελευταία έναν άλλο αέρα.
Το κενό μέθεξης που αφήνει το βιβλίο του πρώην Πρωθυπουργού ήρθαν να καλύψουν δυο εντελώς αντίθετης συναισθηματικής θερμοκρασίας πονήματα δυο εντελώς άτυπων πολιτικών. Ο Τάσος Γιαννίτσης («Η Ελλάδα και το μέλλον») ανήκει στη σχολή της ζυγισμένης βραδύτητας, ο Μίμης Ανδρουλάκης («Ζητούνται αλχημιστές») σ’ εκείνην της δημιουργικής φρενίτιδας. Για τον πρώτο η πολιτική είναι συζήτηση αξιών και στόχων, μια «βασανιστική» μεν, όπως λέει, αναζήτηση, αλλά μέσα από τις κλασικές, αν όχι ξεπερασμένες (όπως θα’ λεγε ο αόρατος συνομιλητής του Ανδρουλάκη), έννοιες-δίπολα «σοσιαλισμός και οικονομία», «απασχόληση και ανεργία», «κοινωνική προστασία και ανισότητα», «ψευδαισθήσεις και πραγματισμός». Ο δεύτερος συνειδητά αρνείται να οργανώσει τον ανεμοστρόβιλο ιδεών, πληροφοριών, ψυχογραφημάτων, πορτρέτων, ρήσεων που στηρίζουν την υπόρρητη θέση του ότι πολιτική χωρίς ιδιαίτερους ανθρώπους -ηγέτες και όχι αναγκαστικά νικητές- δεν είναι μόνο αδύνατη αλλά και αδικαίωτη. Η πολιτική ως θέση και αντίθεση στη μια περίπτωση, ως χαοτική πηγή ενέργειας στη δεύτερη.
Ο Γιαννίτσης επιχειρεί μια κριτική ανατομία («να συμβάλει στον προβληματισμό για το τι σημαίνει σοσιαλιστική ή αριστερή πολιτική») και πράγματι δίνει αρκετή τροφή για σκέψη στον αναγνώστη που θα κάνει τον κόπο να μπει στο ρυθμό του και να ξεπεράσει την αδυναμία του συγγραφέα να δει πιο κριτικά τα πεπραγμένα της κυβέρνησης στην οποία συμμετείχε (καμία αναφορά στο ασφαλιστικό, αλλά και αμηχανία μπροστά στους λόγους που η «αλλαγή παραδείγματος» της εποχής Σημίτη συνάντησε τις εσωτερικές αντιστάσεις που συνάντησε). Ο Ανδρουλάκης, από την άλλη, έχει ως μόνο «πρόγραμμα» τη μεταλαμπάδευση γνώσεων και σκέψης. Όμως, η μονίμως κοφτερή και συχνά υπέροχα ελλειπτική γλώσσα του (ο Ζαν Μονέ ως «άνθρωπος του κονιάκ», επειδή περίμενε πάντα την κατάλληλη στιγμή, ο ορισμός της πολιτικής ως “full time μαθητείας”, η περιγραφή του ΠΑΣΟΚ ως του «πιο οιδιπόδειου κόμματος της Ευρώπης», το ανέκδοτο για το λόγο που είχε γράψει για το Φλωράκη κι εκείνος του είπε ότι θα έκανε για τον Αντρέα ή τον Κύρκο) ξεπερνάει διαρκώς τον αναγνώστη, που, λαχανιασμένος και περιδεής, είναι τελικά αμφίβολο αν καταλαβαίνει ότι η μετάλλαξη μετάλλων που ζητείται από τους ηγέτες (να μετασχηματίσουν το συνηθισμένο σε σπάνιο) έχει ήδη συντελεσθεί μπροστά στα μάτια του.
Τι μπορούν τελικά να δώσουν οι συγγραφείς πολιτικοί στην πολιτική; Να ξεχάσουν για λίγο πως είναι πολιτικοί, θα τολμούσα να πω. Και να εξανθρωπίσουν έτσι το σισύφειο έργο τους, που όλοι οι υπόλοιποι λοιδωρούν, γνωρίζοντας ωστόσο ότι είναι παραπάνω από απαραίτητο.

Social Media