Και ως πρόσωπο ο Ροθ δε μοιάζει να είναι και το πλέον αξιαγάπητο: βλέπε τις ακριτομυθίες του Έλληνα εκδότη του για τις απαιτήσεις του συγγραφέα ως προς το ακριβές μέγεθος των γραμμάτων του ονόματός του στα εξώφυλλα των βιβλίων του, τις ιστορίες συζυγικής βίας της πρώην συζύγου του και βρετανής ηθοποιού Κλερ Μπλουμ, ή ορισμένες συνεντεύξεις που ο Ροθ έδινε όχι μόνο με μισή καρδιά αλλά και με προφανή τάση ταπείνωσης των άμοιρων –και εμφανώς θαυμαστών του- δημοσιογράφων. Κερασάκι στην πρόσκαιρα δηλητηριασμένη αυτή τούρτα έμελλε να είναι ο τίτλος του τελευταίου του μυθιστορήματος, «Η συνωμοσία εναντίον της Αμερικής», που μου φάνηκε χαρακτηριστική της γενικής εικόνας του αγριεμένου, υπερόπτη, μεγαλόστομου («πρέπει να πυροβολήσουμε όλους τους κριτικούς»), μισάνθρωπου μεγαλοφυούς συγγραφέα. Είχα διαβάσει επιπλέον για το βασικό εύρημα του βιβλίου, που δεν ήταν άλλο από την αναστροφή του ιστορικού ρου με την φαντασίωση ανόδου στον προεδρικό θώκο των Ηνωμένων Πολιτειών του φιλοναζιστή αεροπόρου Λίντμπεργκ αντί του Ρούζβελτ. Βαρύγδουπος τίτλος συν βαρύγδουπο θέμα –η καταπίεση των Εβραίων «εντός έδρας»- μ’ έκαναν με τη σειρά μου να φαντασιώνομαι κάτι σαν δυνητικά απελευθερωτική αναγνωστική πατροκτονία.
Ώσπου άρχισα, όχι χωρίς κάποιο ψυχαναγκασμό, να διαβάζω το ίδιο το βιβλίο. Κι όλες οι ομίχλες των «συμφραζομένων» και οι προκαταλήψεις του νου διαλύθηκαν από τις πρώτες σελίδες. Γιατί αυτό που στην πραγματικότητα πετυχαίνει ο Ροθ με αυτή την πιο ανοιχτά πολιτική από ποτέ θεματολογία –και ίσως και στόχευση- είναι να γράψει το πιο μετρημένο, χαμηλόφωνο, ανθρώπινο και, τελικά, σπαρακτικό βιβλίο του. Η Ιστορία είναι πρόσχημα και το γήρας δύναμη για το μεγάλο συγγραφέα. Η πρώτη δε χρησιμεύει τόσο για να στηθεί ο καμβάς όσο για μια επίδειξη συγγραφικής αυτοπεποίθησης: γιατί χρειάζεται να μη σε νοιάζει τίποτε άλλο παρά ο κόσμος που δημιουργείς στο χαρτί για να μπορείς, με τόση αληθοφάνεια, ν’ αλλάζεις θέση σε ιστορικά πρόσωπα –βάζοντας, για παράδειγμα, τον ακροδεξιό αυτοκινητοβιομήχανο Χένρι Φορντ στο Υπουργείο Εσωτερικών της κυβέρνησης Λίντμπεργκ, ή το μαχητικό αλλά και λαϊκιστή δημοσιογράφο Γουώλτερ Γουίντσελ στη διεκδίκηση του προεδρικού χρίσματος- ή να πλάθεις γεγονότα όπως οι σόλο πτήσεις του Προέδρου ως μέσο επικοινωνίας με το «λαό» του και σιωπηλής συντήρησης της δόξας του. Κι ακριβώς επειδή είναι τόσο εκκωφαντικό το ίδιο το αρχικό εύρημα, αλλά και όσα στη διάρκεια του βιβλίου το στηρίζουν, ο συγγραφικός τρόπος έχει την πολυτέλεια να είναι εντελώς στεγνός και λιτός: τα «γεγονότα» περιγράφονται σαν ιστορική αφήγηση, χωρίς καμία ανάλυση ή κριτική. Ενώ το βάρος πέφτει στην ανθρώπινη ιστορία των πρωταγωνιστών, της οικογένειας Ροθ, που σπαράσσεται περισσότερο από την αγωνία της για την τύχη της παρά από την πραγματική διαφοροποίηση της μοίρας της υπό τον Πρόεδρο Λίντυ.
Εδώ είναι που ο Φίλιπ Ροθ –ως συγγραφέας του βιβλίου, όχι ως πρωταγωνιστής του- ξεπερνά τον εαυτό του. Μετατρέπει το κυριολεκτικά απίστευτο –την Ιστορία που ξέρουμε ότι δεν έχει συμβεί- σε απτή ψυχική ατμόσφαιρα μέσα στην οποία αναπνέουν και δρουν τα πρόσωπα της ιστορίας του. Αυτά δε τα πρόσωπα είναι πέρα για πέρα αληθινά: γεμάτα αντιφάσεις, αδυναμίες, δισταγμούς αλλά και την ανθρωπιά που μόνο ένα γαληνεμένο συγγραφικό μάτι μπορεί να τους δώσει. Ενώ, λόγω θέματος, θα μπορούσε να δει τα πράγματα μόνο από τη μία σκοπιά –του κατατρεγμένου Εβραίου, που δεν τον αφήνουν να γίνει «καλός Αμερικανός»- ο Ροθ φωτίζει διαρκώς τις αντιθέσεις, δείχνει -όχι με λόγια, αλλά μέσα από τις πράξεις των ηρώων του- πόσο το «δίκιο» είναι σχετική έννοια, πόσο τα κίνητρα των δημόσιων αλλά και των ιδιωτικών αποφάσεων δεν είναι ποτέ μονοσήμαντα, πόσο ένας Εβραίος που προσπάθησε να ορθοποδήσει υπό το μισητό καθεστώς μπορεί να είναι απλώς δυναμικός και όχι προδότης, πόσο ακόμα και μια φιλοναζιστική αμερικανική κυβέρνηση θα μπορούσε –ως ένα σημείο τουλάχιστο- να μην είναι καταστροφική. Πόσο, τελικά, η ελευθερία του να είσαι «αμερικανός» δεν απονέμεται αλλά κατακτιέται –και κάθε κατάκτηση δεν μπορεί παρά να είναι τραυματική.
Η Ιστορία λοιπόν διαβάζεται κι ανάποδα: η καλή λογοτεχνία είναι ικανή ακόμα και γι’ αυτή την ταχυδακτυλουργία.


Social Media