Ο «μετεωρισμός του εκσυγχρονισμού» αναλύεται από τους δύο δημοσιογράφους (ιδίως από το Φοίβο Καρζή, του οποίου αποτελεί και κεντρικό θέμα, ενώ ο Αντώνης Καρακούσης διατρέχει κριτικά όλη τη μεταπολίτευση) με βάση τις ακόλουθες κυρίως διαπιστώσεις: το αποτέλεσμα των εκλογών του 2004 αποτέλεσε μια αποδοκιμασία του «εκσυγχρονισμού» και ειδικότερα του πολιτικού πειράματος της διακυβέρνησης Σημίτη΄ το ίδιο το «νέο ΠΑΣΟΚ» του Γ. Παπανδρέου απέρριψε της κληρονομιά και τη μέθοδο του «εκσυγχρονιστικού ΠΑΣΟΚ»΄ η πολιτική των κυβερνήσεων Σημίτη ανατράπηκε ήδη πλήρως από τη διάδοχό της κυβέρνηση Καραμανλή, σε σημείο μάλιστα «γενικευμένης αποδόμησης του ορθολογικού στοιχείου στην ελληνική κοινωνία» (Καρζής, σελ. 9)΄ ο οποιοσδήποτε «εκσυγχρονιστικός λόγος» απουσιάζει έκτοτε από την πολιτική ζωή και η κυριαρχία της (νέο)συντηρητικής ιδεολογίας είναι αναμφισβήτητη. Τα επιχειρήματα αυτά μοιάζουν, εκ πρώτης όψεως, να ανταποκρίνονται στη συλλογική πρόσληψη των εξελίξεων. Ισχυρίζομαι ότι θα μπορούσαν να ανατραπούν, με επίκληση μίας και μόνο –αλλά κεντρικής- έννοιας, την οποία οι κυβερνήσεις Σημίτη κυριολεκτικά εισήγαν –οι δύο συγγραφείς δεν το αμφισβητούν- στην ελληνική πολιτική πρακτική.
Πρόκειται για την έννοια του «ρεφορμισμού», της μεταρρύθμισης υπό τη σοσιαλδημοκρατική εκδοχή της σταδιακής πορείας προς ένα γενικά καθορισμένο αλλά όχι ιδεολογικά φορτισμένο στόχο. Αν δούμε τον «εκσυγχρονισμό» της περιόδου 1996-2004 (με τις διαφοροποιήσεις ανάμεσα στις δύο κυβερνητικές θητείες, που σωστά επισημαίνουν οι δύο συγγραφείς) να υπηρετεί ένα τέτοιο πολιτικό σχέδιο, να επιχειρεί δηλαδή, για πρώτη φορά τόσο συγκροτημένα στην Ελλάδα, όχι να αλλάξει τη ζωή αλλά να βελτιώσει προς μία συγκεκριμένη κατεύθυνση τα πράγματα, τότε αίφνης η έννοια του «μετεωρισμού», του αφήματος στη μέση, παύει να είναι δόκιμη, αφού η ρεφορμιστική μέθοδος είναι από τη φύση της μη ολοκληρώσιμη, αποϊδεολογικοποιημένη και δεν αναλύεται με όρους κυριαρχίας.
Υπ’ αυτή την οπτική, οι «αντιφάσεις», που, κατά τον Καρζή (ιδίως στο κεφάλαιο με τίτλο «η άκληρη ηγεμονία»), στοιχειοθετούν εγκατάλειψη ή παραφθορά του εκσυγχρονιστικού σχεδίου, εμφανίζονται ως εγγενή στοιχεία του. Η προσπάθεια διατήρησης «σταθερότητας και συνέχειας» δεν εμποδίζουν τις «μεταρρυθμιστικές τομές» αλλά συνιστούν απαραίτητες προϋποθέσεις τους΄ η έλλειψη πλήρους γνώσης του «προγράμματος του εκσυγχρονισμού» από το κοινωνικό σώμα, και ιδίως την κομματική βάση, δεν οδηγεί αναγκαστικά σε χαλάρωση του δεσμού εμπιστοσύνης με μία κοινωνία που συναινεί σιωπηρά ως προς το στόχο και εμπιστεύεται την κυβέρνηση ως προς τα μέσα (αυτό είναι το «κοινωνικό συμβόλαιο» της σοσιαλδημοκρατίας)΄ η «διαχειριστική επάρκεια» είναι προϋπόθεση των δομικών αλλαγών, όχι ανασχετικός παράγοντας της ιδεολογικής ακτινοβολίας τους΄ ο εκσυγχρονισμός, τέλος, όχι μόνο δεν διεκδικεί την «ιδεολογική ηγεμονία», αποτελεί το αντίθετό της: πράξη που δημιουργεί εκ του αποτελέσματος αποδοχή.
Σε αυτό το σχήμα, το μεγάλο πολιτικό ζητούμενο είναι ένα: πόσο συνεκτικά και αποτελεσματικά υπήρξαν τα επιμέρους μέτρα του εκσυγχρονιστικού σχεδίου, ώστε να επιτρέπουν να γίνει λόγος για λειτουργία των ποιοτικών χαρακτηρισμών του ρεφορμισμού. Σε αυτό το ερώτημα και οι δύο συγγραφείς, όσο κι αν υπογραμμίζουν –απολύτως δίκαια- ότι υπήρξαν και αστοχίες και παλινωδίες και αποτυχίες, δίνουν, νομίζω, μια θετική απάντηση. Όταν διαπιστώνουν ότι οι ρίζες του «εκσυγχρονισμού» μπήκαν πριν ακόμα αναλάβουν οι κυβερνήσεις Σημίτη (στην περίοδο 1985-87 τοποθετεί την ποιοτική στροφή ο Καρακούσης, την «παρεξηγημένη διετία» 1993-95 επιλέγει ο Καρζής), αναδεικνύουν ακριβώς το σταδιακό, το μη πανηγυρικά ανακοινώσιμο, το ανθιστάμενο σε αλλαγές προσώπων και πολιτικού στιλ του ρεφορμισμού. Στην επισήμανση του Καρζή ότι η «νέα ιδέα» που έφερε ο Σημίτης ήταν η διάκριση ανάμεσα στις «δύο Ελλάδες» (της δημιουργίας και της μεταρρύθμισης, από τη μια, της αρτηριοσκλήρωσης και της εσωστρέφειας, από την άλλη) και ότι η πρώτη ταυτιζόταν όχι με το ΠΑΣΟΚ αλλά με το πολιτικό εγχείρημα της κυβέρνησης του, βρίσκεται το κλειδί για την κατανόηση όχι μόνο του βαθύτατα πολιτικού χαρακτήρα του εκσυγχρονιστικού σχεδίου, αλλά και για την τόσο γρήγορη απώλεια εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση Καραμανλή, από τη στιγμή που εμφανίστηκε να ενσαρκώνει τη δεύτερη εκδοχή. Όλη η σειρά, τέλος, των εξαιρετικά εύγλωττων στοιχείων που παραθέτουν και οι δύο συγγραφείς για τις επιλογές των κυβερνήσεων Σημίτη στην οικονομία (η αίσθηση αξιόπιστης δέσμευσης, η πρόσδωση πολιτικών χαρακτηριστικών, η υλοποίηση της σύγκλισης χωρίς περιστολή του πραγματικού εισοδήματος, η απορρόφηση των κοινωνικών κραδασμών, η διάχυση της οικονομικής ανάπτυξης και στα λιγότερα προνομιούχα κοινωνικά στρώματα, η σημαντική ανακατανομή του πλούτου), καθώς και η επισήμανση της σταθερής μεταβολής προσανατολισμού στα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής και ιδίως στο «ελληνο-τουρκικό», αντιστρατεύονται όχι μόνο πολλές κοινοτοπίες που έχουν επικρατήσει γι’ αυτά τα θέματα αλλά, έχω την αίσθηση, και το ίδιο το συμπέρασμα περί «άλματος που βυθίστηκε» (Καρακούσης) ή μετάβασης από τη «μεταρρύθμιση στην υπαναχώρηση» (Καρζής).
Όσο για την –ατελή και άνιση, ασφαλώς- κληρονομιά της «οκταετίας»: και μόνο το τόσο μεγάλο συγγραφικό ενδιαφέρον σε αυτήν αποδεικνύει ότι κάθε άλλο παρά αμελητέα είναι ήδη. Το δε πολιτικό της ίχνος είναι σωστότερο να κριθεί από τις επιλογές που θα γίνουν όταν κληθεί να ξανακυβερνήσει το ΠΑΣΟΚ κι όχι με βάση τις επιδόσεις μιας κυβέρνησης που είναι πλέον βέβαιο ότι ήρθε να γκρεμίσει και όχι να χτίσει.

Social Media