Ο συγγραφέας δεν βαδίζει κρυμμένος. Κάτι τέτοιο είναι ξένο προς την ιδιοσυγκρασία του αλλά και στο νοηματικό πυρήνα του ίδιου του βιβλίου του, που προσεγγίζει τη Δεξιά και την Αριστερά όχι γενικά και αόριστα αλλά στο πλαίσιο κυρίως της ελληνικής πολιτικής διαπάλης και, ακόμα ειδικότερα, της θέσης και των στόχων του ΠΑΣΟΚ. Το δεύτερο μέρος του βιβλίου –το κάπως λιγότερο πρωτότυπο, κατά τη γνώμη μου, ή μήπως επειδή τα βασικά του σημεία έχουν ήδη περάσει στην ιδεολογική αρματωσιά αυτού του μεγάλου κόμματος;- είναι απερίφραστα και «πατριωτικά» προγραμματικό («το ΠΑΣΟΚ της νέας εποχής»), ενώ και το θεωρητικότερο πρώτο μέρος («οι επίμονες έννοιες») διατρέχεται από την αγωνία της αντιστοίχισης με την ελληνική εκδοχή (π.χ «το ΠΑΣΟΚ δεν υιοθέτησε ποτέ τη θέση ότι περιορίζεται στην Αριστερά, καθώς διατηρεί μέχρι σήμερα ανοικτό και εν λειτουργία τον όρο Κεντροαριστερά», σελ. 29).
Η επιλογή αυτή οπτικής έχει –όπως όλες εξάλλου οι επιλογές, χωρίς τις οποίες δεν έχει νόημα η πολιτική- τα πλεονεκτήματα και τις παγίδες της. Δίνει τη δυνατότητα, ιδίως σε δοκιμασμένης ευστροφίας και ευστοχίας «συνομιλητές», για ένα λόγο καθαρό, προσιτό και ευρύ και για τη διατύπωση μιας σειράς παρατηρήσεων-ανοικτών ερωτημάτων, που πλουτίζουν και πλουτίζονται από το διάλογο (κρατάω ιδίως ότι κάθε μεταρρύθμιση δεν είναι αυτομάτως «καλή» και «προοδευτική» -σελ. 32 και σε πολλά άλλα σημεία, ότι η Αριστερά, εφόσον οι βασικές κυβερνητικές κατακτήσεις της δεν αμφισβητούνται ούτε από τους αντιπάλους της, είναι «η μάχη για το αυτονόητο» -σελ. 39, ότι το μεγάλο θεωρητικό και πρακτικό πρόβλημα για την Αριστερά είναι η θέση της για το Κράτος –σελ. 81 και ότι η «αριστερή στάση» έχει λιγότερο να κάνει με τα ζητήματα-ερωτήματα που τίθενται και περισσότερο με τον τρόπο με τον οποίο τα θέτει –σελ. 45).
Οι παγίδες έχουν κυρίως σχέση με την υπεραπλούστευση και με τη σύγχυση ανάμεσα στο πραγματικό και το ευκταίο ή ανάμεσα στον τρόπο που εμφανίζεται μια κατάσταση και ένα κόμμα και την κατεύθυνση προς την οποία κάποιοι ταγοί καλό θα ήταν να προσπαθήσουν να το κάνουν να πάει. Η θέση, για παράδειγμα, ότι η μόνη «θεμιτή πολιτική επιλογή είναι αυτή που γίνεται αποδεκτή από τις κοινωνίες και τους πολίτες» και η αναγωγή, ακόμα περισσότερο, αυτής της θέσης σε «ό,τι πιο προοδευτικό και αριστερό» υπάρχει σήμερα (σελ. 37), δεν είναι, στα μάτια μου, αδιαμφισβήτητη ούτε επιστημονικά (ο ίδιος συγγραφέας έχει αλλού κάνει λόγο για το κόμμα ως «συλλογικό διανοούμενο») ούτε πολιτικά (αφού υποτίθεται ότι μέρος της «μαγείας» της Αριστεράς είναι ότι οδηγεί και δεν οδηγείται από την κοινωνία). Το ίδιο ισχύει και για την ανάμιξη της «διαφοράς» της Αριστεράς με τη Δεξιά (μιας διαφοράς θεμελιωδών αντιλήψεων και ενστικτώδους στάσης απέναντι στα πολιτικά προβλήματα) με τις «διαφοροποιήσεις» σε συγκεκριμένα πια ζητήματα, απέναντι στα οποία θα μπορούσε πράγματι, όπως ισχυρίζεται ο συγγραφέας, να υπάρξει «ώσμωση». Η κατ’ αποτέλεσμα κοινή για όλα τα κόμματα εξουσίας προσέγγιση των γενικών «διπόλων» της σύγχρονης πολιτικής (π.χ «ασφάλεια-ελευθερία», «αλληλεγγύη-ανταγωνισμός», «περιβάλλον-οικονομική ανάπτυξη») δεν σημαίνει, ή τουλάχιστον δεν θα έπρεπε κατά τη γνώμη μου να σημαίνει, ότι η Αριστερά έχει το ηθικό δικαίωμα να πάψει να αναζητά όχι κάποιες λύσεις αλλά τις δικές της –και αναγκαστικά νέες- λύσεις. Ο πολιτικός Βενιζέλος νομίζω ότι δεν θα έχανε αν άφηνε εδώ στο στοχαστή Βενιζέλο λίγο μεγαλύτερη ελευθερία.

Social Media