Στο τέλος, λίγο πριν το τέλος

ΔΙΑΒΑΖΩ Iανουαρίου 2012

 Ως αναγνώστης  Αν και ανέκαθεν φιλευρωπαϊστής, δεν ήμουν, μέχρι πριν από λίγο καιρό, φεντεραλιστής. Ως μαθητής του Δημήτρη Τσάτσου, πίστευα –και πιστεύω- ότι την πολιτική και αισθητική ομορφιά της ευρωπαϊκής ιδέας κάνει κυρίως η «συνεργασία μέσα στη διαφορετικότητα» και ότι η ευρωπαϊκή ιδιαιτερότητα του πολλαπλού –και πολλών επιπέδων- συνδέσμου κρατών και λαών θα έχανε αν εγκαταλειπόταν για χάρη του πιο γραμμικού σχήματος της ομοσπονδίας.

Τον καιρό που υπηρετούσα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, η επίσημη ομάδα των φεντεραλιστών, με πρόεδρο έναν Εγγλέζο (όλα γίνονται στη ζωή) βραδύγλωσσο φιλελεύθερο Λόρδο, είχε αρκετές φορές επιχειρήσει να με προσηλυτίσει. Τους παρακολουθούσα με προσοχή αλλά πάντα αντιστεκόμουν. Τώρα που δεν είμαι πια εκεί, θα προσχωρούσα με τα χίλια. Γιατί, εντωμεταξύ, συνέβησαν το 2010 και το 2011, χρονιές που άλλαξαν οριστικά, τουλάχιστον για όσους την αγαπάμε, την αντίληψη και τις ανάγκες της Ευρώπης.

 

Ο φεντεραλισμός είναι πια η ιδέα, ίσως η μόνη ιδέα, για να ξεφύγει η Ευρώπη από τον φαύλο κύκλο των «μικρών βημάτων», δηλαδή της αναβολής λύσεων, και να επαναδημιουργήσει τις προϋποθέσεις για την επιβίωσή της: η κρίση έδειξε ότι χωρίς κοινά όργανα, εργαλεία και πολτικές, τουλάχιστον για τα πιο κρίσιμα θέματα, τα εθνικά αντανακλαστικά των κρατών-μελών και οι εγγενείς αδυναμίες των κοινοτικών θεσμών θα αποτρέπουν την κοινή πορεία. Και παρόλο που αυτή δεν είναι μια καινούργια ιδέα, πρέπει να τη δούμε με καινούργιο μάτι: η συζήτηση για «Ενωμένες Πολιτείες της Ευρώπης» έπαψε να είναι παραληρηματική ή εντελώς φανταστική τη χρονιά που πέρασε. Για να αντιληφθεί κανείς το δρόμο που διανύθηκε σε μικρό χρόνο, πρέπει να ανατρέξει σε κείμενα που εγκαίρως έδειχναν το δρόμο. Κι επειδή δεν έχει πολύ νόημα να ανατρέξουμε στον Ουγκό, τον Τσώρτσιλ και το Μονέ, στον αστερισμό των οποίων ρητά εγγράφεται, ή να βρούμε τις Εκθέσεις Φουσέ (1961), Τίντεμανς (1975), Σπινέλι (1984), που πρότειναν άλλες Ενωμένες Πολιτείες για άλλες εποχές, η χρονιά που τελειώνει μπορεί κάλλιστα να είναι αυτή στην οποία θα πρέπει να ανακαλύψουμε εκ νέου και να σκεφτούμε σοβαρά τις Ηνωμένες Πολιτείες του Γκι Φερχόσφσταντ.

Το 2006, την επαύριο των χαμένων για το Ευρωσύνταγμα δημοψηφισμάτων στη Γαλλία και την Ολλανδία, ο τότε Βέλγος Πρωθυπουργός και νυν επικεφαλής της ομάδας των Φιλελεύθερων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, είχε γράψει ένα μικρό βιβλίο 75 σελίδων (ο ίδιος το ονομάζει «μανιφέστο»), απευθείας στα αγγλικά (στη ζωή όλα υπομένονται), στο οποίο μιλούσε για την κρίση πριν την κρίση και για τους τομείς στους οποίους ήταν (και είναι ακόμα περισσότερο) αναγκαίο να αναληφθεί δράση σε επίπεδο Ευρωπαϊκής «Πολιτείας»: κοινωνική και οικονομική «διακυβέρνηση», κοινή πολιτική έρευνας και ανάπτυξης, κοινό πεδίο δικαιοσύνης και ασφάλειας, δημιουργία ευρωπαϊκής διπλωματίας και Στρατού. Η Συνθήκη της Λισαβόνας, η οποία τέθηκε σε εφαρμογή τρία χρόνια μετά την έκδοση του βιβλίου, υποτίθεται ότι «απάντησε» και πάντως έλαβε υπόψη αυτές τις προκλήσεις: μίλησε, απλώς, για «οικονομική διακυβέρνηση», ενέταξε την έρευνα και την ανάπτυξη στις κοινές πολιτικές, προέβλεψε νέο χώρο δικαιοσύνης και ασφάλειας με ειδικούς κανόνες, δημιούργησε θέση «Υπουργού Εξωτερικών» της Ένωσης και ενιαίας διπλωματικής υπηρεσίας, έδωσε δυνατότητα για εμβάθυνση της κοινής αμυντικής πολιτικής. Το αποτέλεσμα είναι γνωστό: η Ένωση είναι πιο αδύναμη από ποτέ, οι «κοινές» πολιτικές παραμένουν απόλυτα εξαρτημένες από τον εθνικό περίγυρο, οι αρχηγοί κρατών και οι «ιδιαιτερότητές» τους επηρεάζουν και αποφασίζουν για τα πάντα.

Η συνταγή Φερχόφσταντ έχει τα πλεονεκτήματα και τα μεινοκτήματα της μεγάλης απλότητας: μιλάει για τη μεταβίβαση κυριαρχίας, για τη συνύπαρξη ενός (πραγματικού) ευρωπαϊκού πυρήνα κρατών γύρω από το κοινό νόμισμα με μια «συνομοσπονδία» (εκτός ευρώ) κρατών, για νέα χρηματοδότηση της Ένωσης και για άλλου είδους σχέση (νομιμοποιημένη μέσα από ένα πανευρωπαϊκό δημοψήφισμα) με τους πολίτες, σαν να ήταν τα πιο απλά πράγματα.  Δεν είναι. Γι’ αυτό πρέπει να τα προσπαθήσουμε.

 

Βιογραφικό

  • Βιογραφικό

    Γεννήθηκα το 1962 στην Αθήνα, από πατέρα δικαστή (τρίτη γενιά νομικών στην οικογένεια και μάλλον τελευταία) και μητέρα αρχαιολόγο, με πελοποννησιακή, εξ αμφοτέρων, καταγωγή.

    Περισσότερα...