Αυτό επιχειρεί ο Μάκης Ανδρονόπουλος στο πρόσφατο βιβλίο του, που γράφηκε ή κατέληξε (γιατί κάποια στιγμή όλα τα βιβλία αυτονομούνται από το συγγραφέα τους) κατ’ εικόνα και ομοίωση του θέματος του: συναρπαστικό και ατελές (όλο και κάποια από τις έντεκα εκατομμύρια γνώμες του ξεφεύγει), αναλυτικό και μαζί σχηματικό (το καθένα από τα θεωρητικά ζητήματα που πραγματεύεται χρειαζόταν ειδικό βιβλίο), «αντικειμενικό» και μαζί «με θέση» (όταν είσαι κι εσύ στον Τιτανικό, δεν είναι δυνατό να μην ψάξεις τρόπους να σωθείς). Πάντως ευρύτατο στα στοιχεία και στη στόχευση, στοχαστικό και τολμηρό -και τα δυο βασικά χαρακτηριστικά του, η κριτική ικανότητα και η αισιοδοξία, συνιστούν είδη εν απολύτω ανεπαρκεία στον ελληνικό δημόσιο λόγο. Ο Ανδρονόπουλος, οικονομολόγος, δημοσιογράφος, επικοινωνιολόγος, αλλά και μέτοχος των εξελίξεων (υπήρξε για χρόνια σύμβουλος του σημερινού Πρωθυπουργού), δεν χαϊδεύει αυτιά, αλλά και δεν κρύβει τις προθέσεις του: βάζοντας την Ελλάδα στο ντιβάνι, επιδιώκει, ούτε λίγο ούτε πολύ, την ανατροπή της εικόνας που βγάζει σήμερα, ξαπλωμένη, ξέπνοη, απελπισμένη.
Το βιβλίο είναι οργανωμένο και κινείται γύρω από την έννοια της «ταυτότητας». Συλλέγοντας και κωδικοποιώντας ένα τεράστιο και ανομοιογενές υλικό (μεγάλη συνεισφορά, αλλά και μαζί αδυναμία του βιβλίου, που συχνά μοιάζει με ανεμοστρόβιλο ιδεών που δεν προλαβαίνουν να φυσήξουν), χρησιμοποιώντας ιδέες και φράσεις ενός επίσης τεράστιου αριθμού στοχαστών ή απλώς δημοσιολόγων –από τον Αριστοτέλη και τον Πουλαντζά ως το Γιανναρά, το Ράμφο και το Μαρωνίτη περνώντας από τον Πάντι Φέρμορ, το Χάντινγκτον και το Μπάουμαν-, ο Ανδρονόπουλος μιλά και μας καλεί να στοχαστούμε για την ειδική σχέση των Ελλήνων με την Ιστορία και το Χρόνο, την Πολιτική και τη Θρησκεία, τη Γλώσσα και τον Άλλον (αδελφό, συμπολίτη, ξένο, μετανάστη). Για να θέσει ερωτήματα, περισσότερο από ό,τι για να απαντήσει, για να αναδείξει, περισσότερο από ό,τι για να χαρακτηρίσει, τον πλούτο, αλλά και τη σκουριά, των εθνικών μας κοιτασμάτων.
Είπα από την αρχή ότι το βιβλίο θέλει να είναι αισιόδοξο, ίσως περισσότερο από όσο επιτρέπουν οι συνθήκες. Ο Ανδρονόπουλος ελπίζει σε μια αναβάπτιση του ελληνισμού μέσα από τον Πολιτισμό (δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στη γλώσσα, αλλά και η γλώσσα είναι Πολιτισμός) και μέσα από μια λειτουργία, τελικά, της κρίσης ως «μηχανισμού ανασυγκρότησης των πάντων». Πιστεύει σε μια υπέρβαση, όχι μόνο γιατί «δεν μπορούμε να κάνουμε διαφορετικά», αλλά και γιατί ο ελληνισμός έχει δυνάμεις και δημιουργικότητα, «εμπειρία στην αυτό-οργάνωση, τον κοινοτισμό, την αυτονομία και την εξωστρέφεια». Θέλει να μας κάνει να συμμεριστούμε ότι η Ελλάδα, χωρίς να σηκωθεί αναγκαστικά από το ντιβάνι, θα καταφέρει να αναζωογονηθεί, να αυτοπραγματωθεί, να «σπάσει τον ψεύτικο καθρέφτη» και ν’ αφήσει πίσω της το μηδενισμό. Έχει δίκιο να βλέπει έτσι τα πράγματα; Ναι, εφόσον αποφάσισε να ταξιδέψει στον κόσμο των ιδεών. Λιγότερο, αν στρεφόταν στην «πραγματική πραγματικότητα» των ημερών. Μας κάνει πάντως μεγάλο δώρο βγάζοντας μας για λίγο από κει.
Κώστας Μποτόπουλος
-Μάκης Ανδρονόπουλος, «Η Ελλάδα στο ντιβάνι», εκδ. Αλεξάνδρεια, 2011


Social Media