Οι συγγραφείς ισχυρίζονται και επιχειρούν να αποδείξουν ότι η «λύση» που επιβλήθηκε στην Ελλάδα, αλλά και στη συνέχεια σε Ιρλανδία και Πορτογαλία, υπακούει στα ίδια ιδεολογικά θεμέλια πάνω στα οποία οικοδομήθηκε ολόκληρη η ΟΝΕ ως απόρροια της Συνθήκης του Μάαστριχτ (θεμέλια τα οποία, δεν λέγεται αλλά νομίζω ότι μπορεί άνετα να συναχθεί, δεν αναμορφώθηκαν κατά την εκπόνηση και θέση σε εφαρμογή της Συνθήκης της Λισαβόνας). Πρόκειται για τη «νέα (οικονομική) συναίνεση», που αποτελεί μια νέο-φιλελεύθερης έμπνευσης σύγκλιση προϋποθέσεων και κανόνων δράσης μεταξύ ενός κυριάρχου μέρους της θεωρίας και σύσσωμης της κοινότητας των κεντρικών τραπεζιτών. Η τεχνητή αυτή συναίνεση μου θυμίζει αρκετά τη «θεωρία» του «τέλους της Ιστορίας» του Φουκουγιάμα: και στις δύο περιπτώσεις, συγκεκριμένης κατεύθυνσης εμπειρικά δεδομένα εξελήφησαν ως «φυσικοί νόμοι» και βάσει αυτών δημιουργήθηκαν πολιτικοί «μονόδρομοι», των οποίων κάποια στιγμή αποδείχθηκε η απόσταση από την πραγματικότητα –χωρίς όμως να είναι πια εύκολη η αλλαγή πορείας ή η άμβλυνση των συνεπειών. Οι καθαρά οικονομικές αδυναμίες της «νέας συναίνεσης» (η υποταγή της δημοσιονομικής στη νομισματική πολιτική, ο άκριτος «αντιπληθωριστικός ζήλος», η υποτίμηση του ρόλου της Ιστορίας και του Κράτους, η υπερβολική και αυτό-αναφορική πίστη στην ορθότητα ορισμένων ιδεών) οδήγησαν, κατά τους συγγραφείς, την Ευρωπαϊκή Ένωση γενικά και την ΟΝΕ ειδικότερα, σε μια μη πολιτική αντιμετώπιση πολιτικών καταστάσεων και προβλημάτων, σε αναπτυξιακό έλλειμμα, σε απίσχνανση των βάσεων κοινωνικής πολιτικής και τελικά σε αυτό που ονομάζουν «έλλειμμα ρεαλισμού»: οι βάσεις ενός ολόκληρου οικονομικού και θεσμικού οικοδομήματος (η δήθεν αυτόματα θετική σχέση μεταξύ νομισματικής σταθερότητας και μεγέθυνσης-απασχόλησης και η αρνητική σχέση μεταξύ δημοσιονομικών ελλειμμάτων και νομισματικής σταθερότητας-επενδύσεων) φαίνονται, κάτω από το μικροσκόπιο της απροκατάληπτης παρατήρησης, να μην ανταποκρίνονται ούτε στα χαρακτηριστικά όλων των χωρών που απαρτίζουν το ευρωπαϊκό σύστημα, ούτε στις βασικές ιδιοτυπίες του ίδιου του συστήματος, μεταξύ των οποίων η καθοριστικότερη ασφαλώς είναι η έλλειψη εργαλείων για πραγματικά κοινή οικονομική πολιτική.
«Μεταφραζόμενα» σε όρους κρίσης όλα αυτά σημαίνουν τρία κυρίως πράγματα. Πρώτον, ότι η κρίση της τελευταίας τριετίας δεν ήταν συγκυριακή, αλλά εγγεγραμμένη στο χρωμόσωμα της ΟΝΕ, αφού οι κύριες υποδοχές της (παρατεταμένη στασιμότητα, υψηλή ανεργία, χαμηλή παραγωγικότητα, «ασύμμετρη γεωγραφία» του δημοσίου χρέους, έλλειψη αλληλεγγύης) ήταν θεσμικά κατοχυρωμένες στο ανώτατο επίπεδο. Δεύτερον, ότι η ελληνική κρίση είναι αποκαλυπτική και διόλου εξ Αποκαλύψεως, συνιστά δηλαδή όχι «ατύχημα» της ΟΝΕ αλλά «εμπειρική απόδειξη της αποτυχίας της». Τρίτον, ότι η «σωτηρία» της Ελλάδας, αλλά και η –ευκταία κατά τους συγγραφείς- επιβίωση της ΟΝΕ προϋποθέτει διαφορετικές επιλογές, βασισμένες σε διαφορετικό τρόπο σκέψης (ας μου επιτραπεί να πω, πάντως, ότι είναι πιο εύκολο να λέμε παρά να βρίσκουμε τρόπους να πραγματοποιηθεί η πλήρης απασχόληση ή «να τεθεί ως βασικός στόχος του ΕΣΚΤ η σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος και όχι των τιμών των εμπορευμάτων»). Εξαιρετικά ενδιαφέροντα και άλλα τόσο δυσοίωνα συμπεράσματα την εποχή ακριβώς του ποιοτικού (προς τα κάτω) άλματος της ελληνικής κρίσης από κρίσης διαχείρισης σε κρίση πολιτικής.


Social Media