Αίσθηση

«ΔΙΑΒΑΖΩ», Τεύχος 506, Ιούλιος 2010

Θα’ θελα να’ ξερα πότε καταλαβαίνει ένας συγγραφέας τη στιγμή –αν λέγεται στιγμή ή μονάδα μέτρησης του εσωτερικού χρόνου- που του βγήκε ένα βιβλίο του. Δε λέω «πέτυχε», γιατί ποτέ κάτι που έγραψες δεν σου βγαίνει όπως το είχες ονειρευτεί: το κάθε βιβλίο, ιδίως το λογοτεχνικό βιβλίο, αποκτά γρήγορα μια δική του ζωή και πάει εκείνο όπου θέλει, αδιαφορώντας για τις αρχικές προθέσεις και τις φιλοδοξίες εκείνου που το συνέλαβε και το εκτελεί. Όμως μια αίσθηση του συγγραφέα σε σχέση με το δημιούργημά του πάντα υπάρχει και συχνά τροφοδοτεί το ίδιο το έργο: ο συγγραφέας νιώθει αν αυτό που βγαίνει από μέσα του έχει καταφέρει να σταθεί στα πόδια του και αν μπορεί –γιατί για πιθανότητες μόνο μιλάμε- να αγγίξει τον αυριανό αναγνώστη. Πότε η αίσθηση γίνεται γνώση και μετά βεβαιότητα; Στο γύρισμα μιας φράσης, στο ξαναδιάβασμα ενός κομματιού, στα μάτια ενός αγαπημένου προσώπου, μετά την έκδοση του βιβλίου, με τις πρώτες αντιδράσεις ή κριτικές; Και τι προκαλεί αυτή η αίσθηση στο δημιουργό; Χαρά, ξαλάφρωμα, μελαγχολία; Διάθεση κοινωνικοποίησης ή απόσυρσης; Έξω ή μέσα χαμόγελο;

Κάποιο τέτοιο χαμόγελο θα πρέπει πάντως να φωτίζει εδώ και μερικούς μήνες το πρόσωπο της Σοφίας Νικολαϊδου –ίσως και εκείνων που τη βλέπουν. Γιατί δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το τελευταίο της μυθιστόρημα, το «Απόψε δεν έχουμε φίλους», τής βγήκε –όπως δεν υπάρχει αμφιβολία και ότι ξέρει ότι τής βγήκε. Χάρις στην ανεπαίσθητη αλχημεία της γραφής, αυτό το βιβλίο έχει όλα τα χαρακτηριστικά της –μπιτ και μποπ, στουρμ ουντ ντράνγκ, πανεπιστήμιο και πεζοδρόμιο- κι ωστόσο τα ξεπερνά. Είναι ολοκληρωμένο μέσα στις ατέλειές του. Λέει την ιστορία του και μας αφήνει χώρο να την πούμε κι εμείς. Διαβάζεται με χαμόγελο και με πόνο. Είναι απολύτως προσωπικό, απολύτως ελληνικό, απολύτως συγκεκριμένο και συγχρόνως δημιουργεί –με απλά υλικά, αποφεύγοντας την εκζήτηση που κυνηγά τη συγγραφέα σε άλλα γραπτά της- μια αίσθηση –να τη πάλι η λέξη- κοινότητας. Παρέας (έτσι εξηγώ ίσως τον τίτλο, που, κατά τα άλλα, δεν είναι από τις πιο εύστοχες επιλογές του συγγραφικού ενστίκτου).

Είναι ένα μυθιστόρημα έρευνας (ιστορικής, κοινωνιολογικής, πολιτικής) αλλά κυρίως ενστίκτου. Αποπνέει μια αγωνία και μια έγνοια για τη δημόσια Ελλάδα –σπάνια πράγματα, τον καιρό της απόλυτης πολιτικής μας έκπτωσης. Έχει ως επίκεντρο, ίσως περισσότερο ως πρόσχημα, τη σύγχρονη ελληνική Ιστορία και ειδικότερα ένα σκοτεινό και θαμμένο στο συλλογικό υποσυνείδητο –αλλά τόσο χαρακτηριστικό- επεισόδιό της: την Κατοχή και το δωσιλογισμό. Κατά τα πρώτα χρόνια της ανόδου του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία, μερικές χιλιετηρίδες πίσω, ένας περίεργος, μονήρης και μαζί φιλόδοξος φοιτητής εκπονεί, υπό την επίβλεψη ενός περίεργου, γοητευτικού και μαζί καιροσκόπου Καθηγητή, μια διδακτορική διατριβή για όσους συνεργάστηκαν με τους Γερμανούς. Η ζωή του Πανεπιστημίου με τις ίντριγκές της (που προφανώς η συγγραφέας γνωρίζει απέξω κι ανακατωτά, αλλά τις αντιμετωπίζει με μειδίαμα και όχι με σηκωμένο φρύδι), η ζωή της πόλης, της Θεσσαλονίκης (ακόμα πιο βιωμένη, ακόμα πιο απομυθοποιημένη), η ζωή της κατοχικής και της πρωτοπασοκικής Ελλάδας, κυρίως η ζωή πραγματικών ανθρώπων, με σάρκα και οστά (κυρίως σάρκα, αλλά και κάποια οστά στα νεκροτομεία της συλλογικής λήθης) συμπλέκονται και στριφογυρίζουν. Φλας μπακ, ιστορικά και οικογενειακά επεισόδια, στοιχεία κάμπους νόβελ α-λα γκρέκα, αναδίφηση αρχείων και ψυχών. Ένας ανεμοστρόβιλος που, με κάποιο τρόπο, δημιουργεί τάξη και όχι αταξία. Και μια πολιτική, με την πιο συγγραφική έννοια του όρου, συνείδηση: δεν υπάρχουν καλοί και κακοί, η Ιστορία ενός λαού είναι η ιστορία όχι των πολιτικών του, αλλά των παθών του (γι’ αυτό έχει, νομίζω, άδικο ο Κουρτοβικ στη μόνη ένστασή του: οι δωσίλογοι δεν εμφανίζονται ως είτε φασίστες είτε ρεμάλια του υποκόσμου, αλλά, όπως ο γέρος Καθηγητής, αυτά και μαζί άνθρωποι).

Τη μέρα των φετινών βραβείων του ΔΙΑΒΑΖΩ είμαι έτοιμος να στοιχηματίσω για το ποιος θα κερδίσει του χρόνου. Κι ας μη μου βγει.
 

Βιογραφικό

  • Βιογραφικό

    Γεννήθηκα το 1962 στην Αθήνα, από πατέρα δικαστή (τρίτη γενιά νομικών στην οικογένεια και μάλλον τελευταία) και μητέρα αρχαιολόγο, με πελοποννησιακή, εξ αμφοτέρων, καταγωγή.

    Περισσότερα...