Το όρος Αλμπέρ

«ΔΙΑΒΑΖΩ», Τεύχος 502, Μάρτιος 2010

Άλλη μια επέτειος! Με το ξεκίνημα της χρονιάς! Και μάλιστα επέτειος θανάτου –ό,τι πιο τεχνητό και μακάβριο υπάρχει. Θα μ’ έπιανε απελπισία, αν δεν προλάβαινε η συγκίνηση. Γιατί αυτός που «γιορτάζουμε» είναι κάποιος που τίμησε όσοι λίγοι το όνομα και την τέχνη του.

Στο λόγο του κατά την απονομή του βραβείου Νόμπελ, το 1957, ο Αλμπέρ Καμύ είχε μιλήσει για το «λογοτέχνη και την εποχή του». Με το συνδυασμό ταπεινότητας και πάθους, στεγνού τόνου και υψηλής θερμοκρασίας που χαρακτήριζε το έργο και την προσωπικότητα του –γιατί ο Καμύ ήταν από τους ελάχιστους μεγάλους συγγραφείς που όλα δείχνουν ήταν ακόμα μεγαλύτερος άνθρωπος, χωρίς το δεύτερο να μειώνει το πρώτο.

Από το βήμα, λοιπόν, της Στοκχόλμης ακούστηκαν λόγια που δεν ξεπεράστηκαν ποτέ για τη μοναξιά και την ευθύνη του συγγραφέα («τα δυο βάρη που αποτελούν το μεγαλείο του επαγγέλματός μου: η υπηρεσία της αλήθειας και η υπηρεσία της ελευθερίας»), για το δεσμό και την οφειλή προς την εποχή του («κληρονόμος μιας διεφθαρμένης Ιστορίας», στην οποία αισθανόταν την ανάγκη να «αποδώσει την αξιοπρέπεια μέσα από αρνήσεις»). Μοχλός κατανόησης και όχι κρίσης, στο πλάι των «σιωπηλών ανθρώπων» και όχι «κήρυκας της αρετής», στρατευμένος όχι σε σκοπούς αλλά σε αρχές (ή μάλλον σε μία αρχή που τις περικλείει όλες, την ελευθερία), ο συγγραφέας που ονειρευόταν –και που ήταν- ο Καμύ, δεν μιλούσε μόνο μέσα από τα βιβλία του, αλλά και μέσα από τις πράξεις, τις επιλογές, τις σιωπές του. Γι’ αυτό, όσοι θέλουν να τον καλουπώσουν, ακόμα και τιμώντας τον (όπως ο Σαρκοζί, που του ήρθε ξαφνικά να τον βάλει στο Πάνθεον), τον αδικούν: όσοι τον θεωρούν –καταρχήν σωστά- «αριστερό» δεν μπορούν να αγνοήσουν την αποστροφή του προς κάθε εξουσία, όσοι προτιμούν το αμιγώς «λογοτεχνικό» από το δοκιμιακό του έργο σκοντάφτουν γρήγορα στο γεγονός ότι το ένα εμπεριέχει οργανικά το άλλο (με κορυφαίο παράδειγμα το «Μύθο του Σισύφου» που αποτελεί τη φιλοσοφική υποστήριξη του «Ξένου»), όσοι μένουν στο μύθο (τους ταπεινούς γονείς, το μεγάλωμα στην Αλγερία, το πέρασμα στη λογοτεχνία μέσα από τον πόλεμο και τη δημοσιογραφία, τη συμμετοχή σε όλους τους κοινωνικούς αγώνες, την αγάπη στην ταχύτητα, το ποδόσφαιρο, τις γυναίκες, τον ακαριαίο θάνατο ένα βροχερό μεσημέρι κόντρα σ’ ένα δέντρο μ’ ένα μισοτελειωμένο χειρόγραφο στο πίσω μέρος του σπορ αυτοκινήτου) θα πέσουν αργά ή γρήγορα πάνω στο έργο.

Όλοι κάποτε ανοίξαμε τον «Ξένο», αυτή τη σκληρή, ζεματισμένη από την οργή κι όμως γεμάτη φως νουβέλα, που αρχίζει μ’ ένα θάνατο (της μητέρας) και τελειώνει μ’ έναν άλλο θάνατο (του ήρωα). Η «Πανούκλα» (για μένα, το αριστούργημά του) είναι λιγότερο άμεση, αλλά το ίδιο συγκλονιστική. Τα θεατρικά του μπορεί να μην πολυπαίζονται (ποιος ασχολείται σήμερα με Ρωμαίους αυτοκράτορες ή ιδεαλιστές Ρώσους επαναστάτες) ανήκουν όμως στη συλλογική μνήμη (αχ! η Μαρία Καζαρές ως Ντόρα στο πρώτο ανέβασμα των «Δίκαιων», το Δεκέμβρη του 1949, στο Παρίσι). Τα δοκίμια του δίνουν ακόμα και σήμερα κλειδιά για τα πιο δύσκολα μυστήρια. Εμένα με βόηθησαν, όταν έκανα έρευνα για το βιβλίο μου για την τρομοκρατία στην  Ελλάδα, να βρω το νήμα που συνδέει –σε αυτή την περίπτωση αποσυνδέει- τη θεωρία από την πράξη: «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα. Πολύ πιθανό. Ποιος όμως θ’ αγιάσει το σκοπό;»

Από τα δυο βουνά της γαλλικής διανόησης του δεύτερου μισού του εικοστού αιώνα –Σαρτρ και Καμύ-, ο δεύτερος είναι τελικά αυτός που κερδίζει τη μάχη της αιωνιότητας. Μπορεί να μη συνέδεσε το όνομά του με φιλοσοφικούς όρους, όπως ο φίλος-αντίπαλός του, το έκανε όμως συνώνυμο της αξιοπρέπειας και του θάρρους. Δεν μπορώ να φανταστώ μεγαλύτερη δικαίωση για έναν συγγραφέα.

Gallery Φωτογραφιών

  • Image folder specified does not exist!
  •  
 

Βιογραφικό

  • Βιογραφικό

    Γεννήθηκα το 1962 στην Αθήνα, από πατέρα δικαστή (τρίτη γενιά νομικών στην οικογένεια και μάλλον τελευταία) και μητέρα αρχαιολόγο, με πελοποννησιακή, εξ αμφοτέρων, καταγωγή.

    Περισσότερα...