Δυόμιση βραβεία

«ΔΙΑΒΑΖΩ», Τεύχος 495, Απρίλιος 2009

stoneofpatience.jpgΕίπε κάποιος κάποτε ότι τα λογοτεχνικά βραβεία αντανακλούν περισσότερο ιδιότητες εκείνου που τα δίνει παρά εκείνου που τα παίρνει. Σωστό –όσο σωστή μπορεί να είναι μια τέτοια γενίκευση. Θα πρόσθετα μάλιστα ότι αυτό ισχύει περισσότερο για τα «εθνικά» βραβεία (σε αντίθεση με τα «διεθνή», τύπου Νομπέλ, ή τα εντελώς επαρχιακά, όπως τα ελληνικά). Οι επιλογές –εγγενώς και παντού- διαμορφώνονται κατά βάση σε επίπεδο συσχετισμού δυνάμεων, φιλιών και εχθροτήτων εντός συναφιού, ανταγωνισμών και ισορροπιών προσώπων που γράφουν και, κυρίως, που εκδίδουν. Αναδεικνύουν πάντως και τάσεις, μόδες, εκ των έσω προσλήψεις του τι σημαίνει «εθνική λογοτεχνία» και τι θέση έχει –ή θέλει να λάβει- στο διεθνές παιχνίδι. Μια στα τόσα ξεπετιέται και αναδεικνύεται ένα διαμάντι –ένα “Midnight’ s children”, ένα “Champs d’ honneur”- που μπορεί να σημάνει ή και να μη σημάνει την καθιέρωση των συγγραφέων τους (ναι για τον Σαλμάν Ρουσντί, όχι για το Ζαν Ρουό). Συνήθως βραβεύονται βιβλία που συζητούνται για το εφήμερο τέταρτο της δόξας τους, διαβάζονται για να διαβαστούν και μένουν στη μνήμη κυρίως των λογής στατιστικολόγων –η σύγχρονη λογοτεχνία, όπως όλες οι μορφές της σύγχρονης τέχνης, υπακούει σε τσαρούχεια λογική: επιβάλλεται ό,τι δηλώνεται. Οι λίστες πάντως των βραβείων παρατιθέμενες και αντιπαρατιθέμενες, αφήνουν ένα ίχνος –περισσότερο κοινωνιολογικό παρά λογοτεχνικό- στο σώμα της εποχής. Καλή απόδειξη, οι επιλογές για τα βραβεία Μπούκερ και Γκονκούρ της περσινής χρονιάς, που πρόσφατα κυκλοφόρησαν –χωρίς ιδιαίτερη ανταπόκριση- στα ελληνικά.

Με μια πρώτη ματιά ξαφνιάζουν κυρίως οι ομοιότητες. Τόσο στη Μεγάλη Βρετανία όσο και στην Αγγλία βραβεύτηκαν βιβλία άγνωστων ως τώρα μηtheWhiteTiger-copy-1.jpg γηγενών συγγραφέων (ενός Ινδού και ενός Αφγανού) με «εξωτικό» θέμα και οπτική. Τόσο ο «Λευκός Τίγρης» του Αραβίντ Αντίγκα όσο και η «Πέτρα της Υπομονής» του Ατίκ Ραχίμι μπορούν να θεωρηθούν τολμηρές, κοσμοπολίτικες και δυνάμει «πολιτικές» επιλογές: το πρώτο βιβλίο μιλά για τις (όχι πάντα νόμιμες) περιπέτειες ενός Ινδού γεννημένου και μεγαλωμένου στη Χώρα του Σκοταδιού (ένα είδους Ινδικού Μίντγουεστ της εξαθλίωσης), που από υπηρέτης καταφέρνει να γίνει (έχετε αρχίσει να φαντάζεστε πώς) αφεντικό΄ το δεύτερο έχει ως θέμα (μάλλον πρόσχημα) τον εγκλεισμό (οικειοθελή μόνο κατά το ήμισυ) μιας Αφγανής συζύγου δίπλα στο θνήσκοντα σύζυγο-αφέντη της σε καιρό πολέμου (ή ειρήνης, που, στο Αφγανιστάν, δε διαφέρει από τον πόλεμο). Οι σχέσεις υποταγής – κυριαρχίας (των τάξεων, των φύλων), η φολκλορική πρόσληψη της Δύσης για τον αναδυόμενο κόσμο, η διαπάλη μοντέρνου-παραδοσιακού διαπερνούν και τα δύο βιβλία. Οι ομοιότητες σταματούν όταν φύγουμε από το τι και πάμε στο πώς, όταν μπούμε δηλαδή στον πυρήνα της λογοτεχνίας, το ύφος.

Ο Αντίγκα, με όχημα ένα ευφυές κωμικό αλλά και πολιτικό εύρημα –ο ήρωάς του διηγείται σε πρώτο πρόσωπο την ιστορία του όχι στον αναγνώστη αλλά στον Κινέζο Πρωθυπουργό που επισκέπτεται την Ινδία- σκαρώνει ένα διαρκές παιχνίδι ανάμεσα στην πραγματικότητα και τη μυθοπλασία, ένα σχόλιο πάνω στη χώρα του, τις πολιτιστικές διαφορές Ανατολής- Δύσης, τις έννοιες του καλού και του κακού. Κι όλα αυτά χωρίς καθόλου σοβαρότητα και διδακτισμό, με υπέροχα λεπτό χιούμορ (το βιβλίο αρχίζει ως εξής: «Κύριε Πρωθυπουργέ, Σερ, Ούτε Εσείς ούτε εγώ μιλάμε αγγλικά, αλλά υπάρχουν κάποια πράγματα που μπορούν να ειπωθούν μόνο στα αγγλικά») και μέσα από μια φαινομενικά απλή ιστορία, που όμως όσο πάει σκοτεινιάζει και φτάνει να στοιχειώνει τον αναγνώστη. Ο Ραχίμι, από την πλευρά του, κάνει την επιλογή της δωρικής λυρικότητας (η δική του αρχή: «Το δωμάτιο είναι μικρό. Παραλληλόγραμμο. Αποπνικτικό παρά τους τοίχους του σε ανοιχτά χρώματα»), των μικρών επαναληπτικών φράσεων που κοιτάζονται μεταξύ τους περισσότερο από όσο προωθούν το περιεχόμενο (η δεύτερη παράγραφος: «Το δωμάτιο είναι άδειο. Άδειο από κάθε στολίδι»), ένα περιεχόμενο που διστάζει ανάμεσα στην κραυγή, το σχόλιο, την καταγγελία.

Στη μια περίπτωση το «εξωτικό» θέμα –και άρα και η εξωτική βράβευση- δικαιώνεται και απογειώνεται από τον τρόπο του. Στην άλλη μένει πρόθεση, σκίτσο, χειρονομία με ανεπαρκή σκευή. Συγκρινόμενα, τα δυο βιβλία μας μιλούν ίσως για τις παράλληλες διαδρομές της λογοτεχνικής παραγωγής στη Βρετανία και στη Γαλλία –δέσιμο φόρμας με περιεχόμενο στην πρώτη περίπτωση, αποκλειστική λατρεία της φόρμας στη δεύτερη. Στο ευρύτερο πλαίσιο θα κέρδιζαν να συσχετιστούν με ένα άλλο βραβευμένο πέρσι (με το Πούλιτζερ) «εξωτικό» (χώρος του: το Σαν Σαλβαδόρ) μυθιστόρημα, τη «Σύντομη και Θαυμαστή Ζωή του Όσκαρ Γιάο» του Χούνοτ Ντίαζ, για να μιλήσουν αυτή τη φορά για διαφορές ανάμεσα στο ευρωπαϊκό και το αμερικανικό μυθιστόρημα. Αλλά αυτή είναι μια άλλη, μεγάλη ιστορία, την οποία θα αδικούσαμε αν λέγαμε απλώς (γιατί αυτό είναι το θέμα μας εδώ) ότι ο λευκός τίγρης κάνει μια χαψιά και τον σαλβαδοριανό επίγονο του Όσκαρ Γουάιλντ.

Gallery Φωτογραφιών

  • Image folder specified does not exist!
  •  
 

Βιογραφικό

  • Βιογραφικό

    Γεννήθηκα το 1962 στην Αθήνα, από πατέρα δικαστή (τρίτη γενιά νομικών στην οικογένεια και μάλλον τελευταία) και μητέρα αρχαιολόγο, με πελοποννησιακή, εξ αμφοτέρων, καταγωγή.

    Περισσότερα...