«ΔΙΑΒΑΖΩ», Τεύχος 503, Απρίλιος 2010
Σε εποχές που ξανασυζητάμε για την «εθνική κυριαρχία» μας, καλό θα ήταν τουλάχιστον να γνωρίζαμε –ή να θυμόμαστε- την Ιστορία μας. Ο Αξελός έλεγε ότι η συλλογική μας λειτουργία βασίζεται στο κουτσομπολιό και στη διαρκή απώθηση της «μεγάλης εικόνας». Θα πρόσθετα ότι ως κοινωνία πάσχουμε από ένα ιδιότυπο σύνδρομο «ιστορικής άνοιας» (και όχι άγνοιας): όσο πιο οδυνηρά και διδακτικά είναι κάποια γεγονότα, τόσο πιο γρήγορα τα απωθούμε. Δυο πρόσφατα βιβλία-καταθέσεις μας ξαναφέρνουν στη μνήμη δυο ιδιαίτερα φορτισμένες στιγμές της σύγχρονης πολιτικής μας ζωής, από τις οποίες, φοβούμαι, ελάχιστα διδαχθήκαμε.«ΔΙΑΒΑΖΩ», Τεύχος 502, Μάρτιος 2010
Άλλη μια επέτειος! Με το ξεκίνημα της χρονιάς! Και μάλιστα επέτειος θανάτου –ό,τι πιο τεχνητό και μακάβριο υπάρχει. Θα μ’ έπιανε απελπισία, αν δεν προλάβαινε η συγκίνηση. Γιατί αυτός που «γιορτάζουμε» είναι κάποιος που τίμησε όσοι λίγοι το όνομα και την τέχνη του.
Στο λόγο του κατά την απονομή του βραβείου Νόμπελ, το 1957, ο Αλμπέρ Καμύ είχε μιλήσει για το «λογοτέχνη και την εποχή του». Με το συνδυασμό ταπεινότητας και πάθους, στεγνού τόνου και υψηλής θερμοκρασίας που χαρακτήριζε το έργο και την προσωπικότητα του –γιατί ο Καμύ ήταν από τους ελάχιστους μεγάλους συγγραφείς που όλα δείχνουν ήταν ακόμα μεγαλύτερος άνθρωπος, χωρίς το δεύτερο να μειώνει το πρώτο.
«ΔΙΑΒΑΖΩ», Τεύχος 501, Φεβρουάριος 2010
Τούτες τις μέρες δεν έκλεισε μόνο ένα έτος αλλά και μια δεκαετία, η πρώτη ενός άλλου, αλλά ήδη όχι τόσο νέου, αιώνα. Οι δεκαετίες είναι στρογγυλές, προσφέρονται για απολογισμούς, οι αιώνες ακόμα στρογγυλότεροι, προκαλούν για συγκρίσεις και ανακαλύψεις. Η πρώτη, λοιπόν, δεκαετία, του 21ου αιώνα σφραγίστηκε στην παγκόσμια λογοτεχνική σκηνή από το όνομα ενός σπάνιου αστεριού που δεν υπάρχει πια, ενός συγγραφέα που πριν δέκα χρόνια δεν τον ήξερε κανείς και σήμερα όλοι έχουν ακούσει. Η περιγραφή και ιδίως το όποιο ισχνό μυστήριό της δεν μπορεί να αφορά κανέναν άλλον από το Χιλιανό Ρομπέρτο Μπολάνιο.
Υπάρχει λογοτεχνία της διασποράς και λογοτεχνία της διασποράς. Συγγραφείς που βρίσκουν τον εαυτό τους ή γράφουν τα καλύτερα έργα τους μακριά από τη χώρα τους –αλλά στη γλώσσα τους– και, σπανιότερα, συγγραφείς που, ζώντας αλλού, πειραματίζονται με το αλλοδαπό, αλλά πλέον και δικό τους, γλωσσικό ιδίωμα. Ο Κόνραντ είναι φυσικά το εμβληματικό πρόσωπο της δεύτερης κατηγορίας, ένας (μεγάλος) συγγραφέας που ο περισσότερος κόσμος θεωρεί γέννημα-θρέμμα της Αγγλίας, ενώ ο Μπέκετ είναι, κι εδώ, ένα υπέροχο αίνιγμα (αλλά γι’ αυτόν συμβαίνει το αντίθετο: ελάχιστοι γνωρίζουν ότι το μισό τουλάχιστον έργο του το έγραψε στα γαλλικά). Η πολιτιστική και γλωσσική επιμιξία δεν δίνει πάντα, αλλά δίνει συχνά, όπως κάθε επιμιξία, ωραίους καρπούς: μια φρέσκια και χωρίς ψευδαισθήσεις ματιά, την κατακτημένη αγάπη που υπερέχει της αταβιστικής, τις εκπλήξεις της προερχόμενης όχι από τα γονίδια αλλά από τον εγκέφαλο έκφρασης, μια συστολή, γενικά, και μια υγιή απόσταση από τα πράγματα. Και φυσικά την κυρίαρχη αίσθηση του σπασίματος των συνόρων, του πετάγματος πάνω από αυτά, που μας επιτρέπει να δούμε «τα δικά μας» με μεγαλύτερη διαύγεια, αλλά και μας συνδέει με τον ζωογόνο μύθο της ανθρωπότητας ως ανθρωπιάς. Η ελληνική λογοτεχνία έχει δώσει κυρίως δείγματα από το πρώτο είδος: ας το ονομάσουμε «ο Καζαντζάκης στην Αντίμπ». Πρόσφατα (και, από μια ωραία ειρωνεία της Ιστορίας, ακριβώς την εποχή που η Ελλάδα μετατρεπόταν από χώρα μεταναστών σε χώρα υποδοχής μεταναστών), τα γράμματά μας πλουτίστηκαν αθόρυβα (αυτή η έλλειψη θορύβου είναι το κύριο χαρακτηριστικό του συγγραφέα για το οποίο θα γίνει λόγος) από τη γόνιμη συμβολή ενός πραγματικού Έλληνα της διασποράς. Ο Θοδωρής Καλλιφατίδης ζει ήδη πάνω από 40 χρόνια στη Σουηδία, έγινε πρώτα γνωστός ως «σουηδός» συγγραφέας και –σχεδόν ξαφνικά για μας αλλά σίγουρα όχι για τον ίδιο– άρχισε, ζώντας πάντα στη Σουηδία, να γράφει απευθείας και στα ελληνικά. Τα ελληνικά του είναι στέρεα, αλλά μαζί και εύθραυστα, σχεδόν ευλαβικά – κάτι που ταιριάζει γάντι με τη θεματολογία και το ύφος του. Τα θέματα του Καλλιφατίδη είναι αυτό που θα λέγαμε «καθημερινά», χωρίς ηρωισμούς και εξάρσεις: ιστορίες ανθρώπων που ζουν, ταξιδεύουν, σκέπτονται και αγαπάνε (ισχύει ακόμα και για τα «αστυνομικά» του μυθιστορήματα, όπως το Ποια είναι η Γαβριέλα Όρλοβα και Ένα απλό έγκλημα). Αυτά που συμβαίνουν, και δεν είναι καθόλου λίγα, συμβαίνουν πίσω από την πλοκή και ανάμεσα στις γραμμές: ένας κυματισμός της αφήγησης, μια χαμηλόφωνη υπαρξιακή αγωνία, η αίσθηση συμμετοχής σε μια προσωπική και μαζί οικουμενική περιπέτεια.
Εκείνος είναι ένας διάσημος συγγραφέας με μια διάσημη ιστορία. Άσημος, άφραγκος, αλλά πεινασμένος για δόξα και πιστός στη μούσα του, ταξίδεψε στο Παρίσι, έκανε το γκαρσόνι γράφοντας, εγκαταστάθηκε στο Μπρούκλιν (όπου ζει ακόμη), σε είκοσι τετραγωνικά (σήμερα πρέπει να΄χουν γίνει τουλάχιστον διακόσια) και συνέχισε να γράφει, με τον τρόπο του, ώσπου ο τρόπος αυτός επιβλήθηκε, έσπασε τα σύνορα (τ’ αγγλικά πάντα βοηθάνε), κέρδισε τους αναγνώστες, γοήτευσε τους κριτικούς και τρέλανε στη ζήλεια τους ομότεχνους. Ο Πολ Όστερ είναι ό,τι κοντινότερο (στο λιγότερο βίαιο) έχει να παρουσιάσει η σύγχρονη αμερικανική λογοτεχνία στον Χέμινγουεϊ: διαβάζεις μια φράση του και τον αναγνωρίζεις, διαβάζεις τα βιβλία του και νομίζεις ότι σου μιλάει. Δεν θα πάρει το Νόμπελ, αλλά κέρδισε ήδη κάτι που λίγοι συγγραφείς καταφέρνουν: η τέχνη του, η τόσο προσωπική, μοιράζεται και μοιράζει χαρά.
Εκείνη είναι μια σαφώς νεότερη πανέμορφη Νορβηγίδα, που γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Μινεσότα (πιο Μίντγουεστ δε γίνεται), με πάθος, προφανώς, για ζωή και λογοτεχνία. Το όνομά της –σχεδόν αδύνατο να προφερθεί- δεν της άνοιξε καμία πόρτα, η ομορφιά είναι όμως άλλη ιστορία, κι όταν υπάρχει και φιλοδοξία και ταλέντο, το μίγμα σπανιότατα πάει χαμένο. Αναπόφευκτα κατέληξε στη Νέα Υόρκη κι αναπόφευκτα συνάντησε –κι έριξε νοκ άουτ- το διάσημο συγγραφέα. Η λογοτεχνική της παραγωγή έγινε σιγά – σιγά το ίδιο επαγγελματική, όμως η Σίρι Χούστβεντ για τους περισσότερους συνεχίζει να είναι απλώς «η γυναίκα του Πολ Όστερ». Κακώς. Γιατί όπως δείχνει η παράλληλη εξέλιξή τους, ενώ σε φήμη βρίσκεται ακόμη πολύ μακριά, στο γράψιμο αρχίζει αθόρυβα να τον ξεπερνάει.
«ΔΙΑΒΑΖΩ», Τεύχος 497, Ιούνιος - Ιούλιος 2009
Τα 19 βιβλία του Φίλιπ Ροθ που κυκλοφορούν στα ελληνικά δεν μπορούν να θεωρηθούν όλα «πολιτικά». Αρκετά όμως μπορούν –και αυτό αποτελεί ένα από τα τρία κύρια θεματολογικά χαρακτηριστικά του μεγάλου συγγραφέα, μαζί με τη διερεύνηση της εβραϊκής ταυτότητας και την αναμέτρηση με το σεξουαλικό ένστικτο. Δεν ισχυρίζομαι πως ο Ροθ διαβάζεται επειδή είναι πολιτικός –θα διαβαζόταν έτσι κι αλλιώς. Πιστεύω όμως ότι τα «πολιτικά» βιβλία του πλουτίζουν όχι μόνο το έργο του αλλά και την οπτική μας γι΄ αυτό. Μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1990, και παρά την ύπαρξη πολιτικο-παρωδιακών παρενθέσεων με χαρακτηριστικότερη το Our Gang («Η Συμμορία μας» αμετάφραστο στα ελληνικά), με τον ήρωα Tricky ν’ αποτελεί μια ελάχιστα καμουφλαρισμένη εκδοχή του Νίξον, η πολιτική ήταν μόνο υπόγεια παρούσα στα βιβλία του. Και πάλι θα έπρεπε να θεωρήσουμε, μάλλον καταχρηστικά, ως «πολιτικό» στοιχείο τον αγώνα των φύλων –του αρσενικού με το θηλυκό, του κάθε μυθιστορηματικού προσώπου με τη σεξουαλικότητά του αλλά και της κοινωνίας με το ίδιο το φαινόμενο της σεξουαλικότητας- που επικρατούσε στα μυθιστορήματα της πρώιμης σοδειάς (με εμβληματικότερο και διασημότερο το «Σύνδρομο» -ή «Νόσο» στην άλλη ελληνική εκδοχή- του Πορτνόϊ, εκδ. Πόλις και Γράμματα, αντίστοιχα). Από τη δεκαετία του 1990 κάτι άλλαξε (η ίδια η Αμερική;), και το πάνω χέρι πήρε η πολιτική, με όλο και πιο γυμνή μορφή.
Από το 1991 ως το 1995 δημοσιεύονται, και κερδίζουν το καθένα από ένα μεγάλο βραβείο, τρία μυθιστορήματα «της εβραϊκότητας και της ταυτότητας»: η Πατρική Κληρονομιά (1991, εκδόσεις Χατζηνικολή, βραβείο των Αμερικανών κριτικών), η Επιχείρηση Σάϋλοκ (1993, εκδόσεις Πόλις, βραβείο Pen-Faulkner), το Θέατρο του Σαββάθ (1995, Εθνικό βραβείο βιβλίου). Το πολιτικό στοιχείο εδώ είναι η αναζήτηση της ρίζας, της συλλογικής μοίρας και η επιρροή της ατομική μοίρα –η αλληλοδιαπλοκή Ιστορίας και ιστορίας, με άλλα λόγια, που αποτελεί το πολιτικότερο θέμα που υπάρχει αλλά και τη σφραγίδα του ώριμου Ροθ.


Social Media