Υπάρχουν δύο τρόποι να αρθρωθεί η αναγκαία κριτική επί του νόμου που ψηφίστηκε την περασμένη Πέμπτη. Ο ένας είναι να αναζητηθούν τα χαρακτηριστικά του και να τους αποδοθούν (ιδίως υπό το φως των προσδοκιών που η ίδια η κυβέρνηση είχε δημιουργήσει) οι αναλογούντες χαρακτηρισμοί. Έτσι, θα μπορούσε κανείς να μιλήσει για ένα νομοσχέδιο ισχνό, αφού περιέχει λίγες διατάξεις, πολλές επαναλήψεις ήδη ισχυουσών ρυθμίσεων, καμία τομή, καμία αντιμετώπιση των μειζόνων ζητημάτων της τουριστικής ανάπτυξης (σχέση τουρισμού με περιβάλλον, δημιουργία πιο ευέλικτου πλαισίου επενδύσεων, αποτελεσματικότερη προβολή στο εξωτερικό). Για ένα νομοσχέδιο πρόχειρο, με επικαλύψεις (στον τρόπο άσκησης, για παράδειγμα του ελέγχου επί των τουριστικών επιχειρήσεων), αβλεψίες, λάθη (τι σημαίνει άραγε η «εξαφάνιση» του «Φεστιβάλ Αθηνών» από τα εποπτευόμενα από το Υπουργείο πρόσωπα;) Για ένα νομοσχέδιο αναποτελεσματικό, αφού δεν υπάρχει ούτε στοιχειώδης κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ των δύο βασικών δημόσιων πόλων του τουρισμού. Για ένα νομοσχέδιο συγκεντρωτικό, διαπνεόμενο από τη λογική επαναφοράς όλων των αποφάσεων και των αρμοδιοτήτων στο Υπουργείο και τον ΕΟΤ, με παροχή μάλιστα της ευθύνης διορισμού πολλών προσώπων (σε Γραφεία Εξωτερικού, Επιτροπές, Διοικητικό Συμβούλιο ΕΟΤ) αποκλειστικά στον Υπουργό.
Οι χαρακτηρισμοί, όμως, έχουν το μειονέκτημα ότι τραβούν την προσοχή επάνω τους και αποδυναμώνουν την επιχειρηματολογία. Γι' αυτό θα προτιμήσω την οδό της συνολικής θεσμικής αποτίμησης. Για το συζητούμενο νόμο, τα ερωτήματα που πρέπει να τεθούν είναι κυρίως τρία: Διευκολύνεται η άσκηση τουριστικής πολιτικής μέσα από μία ορθολογικότερη διάρθρωση υπηρεσιών και κατανομή έργου; Αυξάνει η αυτονομία του κλάδου, με δεδομένες τις ιδιαιτερότητες της χώρας και το βάρος της ιδιωτικής πρωτοβουλίας; Βελτιώνεται η κατάσταση των εργαζομένων, ώστε να μπορέσουν να αποδώσουν στο μέτρο των πραγματικών τους δυνατοτήτων; Φοβούμαι ότι η απάντηση και στα τρία ερωτήματα δεν επιτρέπει την παραμικρή αισιοδοξία.
Στο ζήτημα του ποιός κάνει τι -και ποιός έχει την ευθύνη για τι- στον ελληνικό τουρισμό, οι ρυθμίσεις του νόμου καθιστούν αβίωτη μία ήδη συγκεχυμένη κατάσταση. Μεταξύ (επαν)ιδρυόμενου Υπουργείου και ΕΟΤ υπάρχει πλήρης επικάλυψη και σύγχυση. Και οι δύο χαράσσουν πολιτική και κάνουν προβολή. Με την επαναφορά μάλιστα του Διοκητικού Συμβουλίου και του Γενικού Γραμματέα του ΕΟΤ, η δυνητική σύγκρουση αρμοδιοτήτων και προσώπων γίνεται ακόμα πιο πιθανή. Στην πραγματικότητα, κι όσο κι αν γίνεται προσπάθεια να καλυφθεί ενόψει των προεκλογικών δεσμεύσεων της κυβέρνησης και των στενών δεσμών με τη συνδικαλιστική ηγεσία του ΕΟΤ, είναι βέβαιο ότι ο ΕΟΤ υποβαθμίζεται, αφού το Υπουργείο αποκτά γενικό τεκμήριο αρμοδιότητας. Επίσης, η υπαγωγή των Περιφερειακών Διευθύνσεων (πλέον Υπηρεσιών) Τουρισμού στον ΕΟΤ είναι αντίθετη με τις ανάγκες του τουριστικού προϊόντος, τη γεωγραφία της χώρας και την πολιτική αποκέντρωσης, που, κατά τα άλλα, πρεσβεύει η κυβέρνηση. Ζητούμενο ήταν να ενδυναμωθεί και να στελεχωθεί επαρκώς η αποκεντρωμένη λειτουργία και όχι να επανέλθει όλη η τουριστική δραστηριότητα στο κέντρο. Τη δυσπιστία στην αυτορυθμιστική ικανότητα της περιφέρειας φανερώνει εξάλλου και η πρόβλεψη εξέτασης των τοπικών προβλημάτων του τουρισμού από Επιτροπή στην οποία πλειοψηφούν στελέχη του Υπουργείου, καθώς και η φιλοδοξία τήρησης της καθαριότητας «όλων των σημείων της χώρας» κυρίως από τo Υπουργείο, με δυνητική συνεργασία των τοπικών φορέων.
Καθίσταται συγχρόνως πολύ πιο προβληματικός ο συντονισμός των συναρμόδιων για πολλά θέματα Υπουργείων, αφού τη θέση του μονίμου σχήματος της Επιτροπής Γενικών Γραμματέων λαμβάνουν ad hoc Επιτροπές με τρεις πάντα εκπροσώπους του Υπουργείου Τουρισμού και δύο μόνο συναρμόδιων Υπουργείων, ακόμα κι αν τα ζητήματα, όπως συνήθως συμβαίνει, αφορούν περισσότερα Υπουργεία. Αυτό, σε συνδυασμό με τη μη απονομή νέων (έστω μοιρασμένων) αρμοδιοτήτων στον Υπουργό για θέματα που άπτονται της τουριστικής ανάπτυξης (στο άρθρο 3, υπό τον βαρύγδουπο τίτλο «συλλογικές αρμοδιότητες» προβλέπεται μία και μόνη συνυπογραφή), αλλά και το εντελώς θολό τοπίο ως προς το ζήτημα των ιδίων πόρων του τουρισμού, κάθε άλλο παρά παρέχει εχέγγυα αυτόνομης ανάπτυξης στον κλάδο.
Τέλος, στο ηθικά, ψυχολογικά αλλά και πρακτικά κρίσιμο θέμα της αντιμετώπισης του προσωπικού, εισερχόμαστε, εκ των πραγμάτων, σε ζώνη ανεξέλεγκτων εντάσεων. Η ρύθμιση της κατάστασης όσων, στο κέντρο ή στην περιφέρεια, υπηρετούν, επί χρόνια και με ευθύνη και της προηγούμενης κυβέρνησης, υπό αβέβαιο καθεστώς διαρκών αποσπάσεων ή μετατάξεων, παραπέμπεται ξανά στις ελληνικές καλένδες. Για τις νέες προσλήψεις, μεταθέσεις και εν γένει υπηρεσιακές μεταβολές δεν τίθεται κανένα χρονικό ή ποιοτικό κριτήριο που να εγγυάται στοιχειώδη αντικειμενικότητα. Ο δε εμπαιγμός των υπαλλήλων της πρώην Γενικής Γραμματείας Τουρισμού, που είδαν, εν μία νυκτί και χάρις στις πιέσεις των «αδελφών» τους του ΕΟΤ, να περικόπτεται σημαντικά το επίδομα που ήδη έπαιρναν και που ο ίδιος ο Υπουργός τους είχε υποσχεθεί ότι θα συνεχίσουν να παίρνουν (αλήθεια, ως τέτοιου είδους εξομοίωση προς τα κάτω εννοεί την αρχή της ισότητας η κυβέρνηση;), απειλεί να δημιουργήσει δύο στρατόπεδα, εκεί που το πρώτο ζητούμενο είναι η σύμπνοια. Η κραυγή αγωνίας όσων αγαπάμε τον ελληνικό τουρισμό, εμπεριέχει και τη συνεχιζόμενη παρουσία μας.

Social Media