1) Το ψηφισμένο με νόμο «Μνημόνιο» (στην πραγματικότητα πρόκειται για 3 κείμενα), όσο «αναγκαστικό» και «ειδικό» και αν είναι, όσο κι αν μας ήρθε απέξω με τη μορφή διεθνούς συμφωνίας (του τύπου μάλιστα take it or leave it), νομικά δεν βρίσκεται και δεν μπορεί να βρεθεί –μέσω των ρυθμίσεων που προκύπτουν από αυτό- πάνω ή πέρα από το Σύνταγμα. Το Μνημόνιο είναι αυτό που οφείλει να σεβαστεί το Σύνταγμα και να κριθεί βάσει του Συντάγματος και όχι το Σύνταγμα να προσαρμοσθεί ή να ερμηνευθεί βάσει του Μνημονίου. Η χρήση και υπεράσπιση του Συντάγματος, και έναντι του Μνημονίου, είναι νομικό και πολιτικό καθήκον, όποια και να είναι η τοποθέτηση έναντι του Μνημονίου. Αντιστρόφως, η όποια αυτή τοποθέτηση δεν επιτρέπει αποφάνσεις περί «πρόδηλης αντισυνταγματικότητας» αν δεν εξεταστούν, με νομικά εργαλεία, οι βάσεις, οι κατ’ ιδίαν διατάξεις και οι κάθε είδους λεπτομέρειες. Υπ’ αυτή την οπτική, το Μνημόνιο δεν μπορεί να θεωρηθεί γενικώς «καλό» ή «κακό», το γεγονός όμως ότι η δανειακή σύμβαση, που το συνοδεύει, δεν έχει ακόμα ψηφιστεί από τη Βουλή συνιστά ατυπία που οφείλει –εξαρχής και για λόγους αρχής- να προβληματίσει ιδιαίτερα.
2) Νομικές πράξεις που λήφθηκαν βάσει προνοιών του Μνημονίου όχι μόνο μπορούν να ελεγχθούν δικαστικά αλλά και βρίσκονται σε φάση διενέργειας τέτοιου ελέγχου (από το Συμβούλιο της Επικρατείας αλλά και διεθνή δικαστήρια, όπως το Ομοσπονδιακό της Γερμανίας, αύριο ίσως και το Δικαστήριο της Ένωσης). Και πάλι οφείλουμε να αποφύγουμε τις πολιτικές θέσεις («κάμψη της λαϊκής κυριαρχίας», «πλειοδότες της αντισυνταγματικότητας») και να εξετάσουμε τη βασιμότητα επιχειρημάτων και αιτιολογήσεων. Από αυτή την άποψη, και έχοντας μελετήσει τόσο την αρθρογραφία και τις δημόσιες απόψεις συναδέλφων όσο και τις εισηγήσεις που δόθηκαν στη δημοσιότητα μετά τη δικάσιμο της 23ης Νοεμβρίου 2010 από το Συμβούλιο της Επικρατείας, έχω μια διπλή αίσθηση. Στο μεν θεωρητικό πεδίο, εκφράστηκαν πολλές υπερβολές, τόσο εκ μέρους των υποστηριζόντων την άποψη «όλα βαίνουν δύσκολα αλλά καλώς», όσο και εκ μέρους όσων έκαναν λόγο περί «ντε φάκτο αντισυνταγματικής παραχώρησης κυριαρχίας» ή «Παρα-συντάγματος». Όσον αφορά το δικαστικό πεδίο, αφενός μεν η νομική στήριξη από τους αιτούντες ήταν μάλλον πρόχειρη (με αποκορύφωμα την κρίση περί μη ύπαρξης εννόμου συμφέροντος από πολλά νομικά πρόσωπα, μεταξύ των οποίων και ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών), αφετέρου δε η αντιμετώπιση από το ανώτατο δικαστήριο υπερβολικά στενή. Περί αυτού αναγκαίες ειδικές διευκρινήσεις.
3) Η εισήγηση –και πιθανότατα η απόφαση- του Συμβουλίου της Επικρατείας αφήνει αλώβητο το όλο πλέγμα του «Μνημονίου» και απορρίπτει όλες τις αιτιάσεις για παρανομίες διοικητικών πράξεων εδραζομένων επ’ αυτού. Οι τρεις κρίσιμες, από νομική άποψη, αποφάνσεις είναι οι ακόλουθες: α) το «Μνημόνιο» αποτελεί «μεσοπρόθεσμο οικονομικό πρόγραμμα του ελληνικού κράτους», «δεν περιέχει κανόνες δικαίου και συνεπώς δεν έχει έννομες συνέπειες», δεν αποτελεί «Διεθνή Συνθήκη» (κατά την διεθνώς καθιερωμένη αλλά και την ενσωματωμένη στο ελληνικό Σύνταγμα έννοια), άρα δεν έχει εφαρμογή στην περίπτωση του το άρθρο 28 του Συντάγματος και δεν ενδιαφέρει η ψήφιση με 151 ή 181 βουλευτές (παρόλο που, σε μια ενδιαφέρουσα ενδιάμεση σκέψη, το Δικαστήριο δέχεται ότι ο τρόπος ψήφισης δεν αποτελεί interna corporis και θα μπορούσε να εξετασθεί), β) τα περιουσιακά δικαιώματα του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου δεν παραβιάζονται, γιατί ισχύουν στην ελληνική περίπτωση όλες οι προϋποθέσεις του νομολογιακά καταστρωμένου (βλ. αντιμετώπιση Γερμανίας μετά την επανένωση) «δικαίου της ανάγκης»: τα μέτρα λήφθηκαν για την αντιμετώπιση ενός ιδιαίτερα σημαντικού δημοσιονομικού προβλήματος, υπάρχει δίκαια ισορροπία μεταξύ της γενικής ανάγκης και του σεβασμού της ατομικής περιουσίας, το κράτος έλαβε μέριμνα για την εξασφάλιση ενός «αξιοπρεπούς βιοτικού επιπέδου» των πολιτών, γ) ούτε κανόνες του ελληνικού Συντάγματος παραβιάζονται, ορισμένοι μεν (άρθρο 2 περί ανθρώπινης αξιοπρέπειας, 4 περί ισότητας, 25 περί αναλογικότητας) με την ίδια και άνευ ετέρου επίκληση του «δικαίου της ανάγκης», άλλοι δε (άρθρα 5, 22, 23 περί οικονομικής ελευθερίας, συλλογικών συμβάσεων και συνδικαλιστικών δικαιωμάτων) επειδή δεν μπορούσαν να εξεταστούν στο πλαίσιο αυτής της δίκης. Θεωρώ ότι η παραπάνω επιχειρηματολογία, στο μέτρο που εκφραστεί στην απόφαση, πάσχει σε αρκετά σημεία, κυρίως δε όσον αφορά τον –απαραίτητο κατά τη γνώμη μου- έλεγχο σεβασμού θεμελιωδών αρχών του Συντάγματος, στην πρώτη γραμμή των οποίων θα έθετα τις σχετικές με τα δικαιώματα των εργαζομένων. Ώστε να θεμελιωθεί υπεράνω πάσης αμφιβολίας ότι το Κράτους Δικαίου εξακολουθεί να ισχύει και να λειτουργεί στην «Ελλάδα του Μνημονίου».
4) Για μια ακόμα φορά, έχω την αίσθηση ότι η δημόσια συζήτηση διεξήχθη σε δραματικότερους και λιγότερο ψύχραιμους τόνους από όσο της άρμοζε. Και μόνη η ύπαρξη του «Μνημονίου» συνιστά πρωτόγνωρο και αρκούντως μνημειώδες γεγονός. Η εξέταση του, καθώς και των αναμφισβήτητων αλλαγών που φέρνει στο νομικό μας σύστημα, θα μπορούσε να δώσει την ευκαιρία αυτογνωσίας και όχι καταστροφολογίας. Φοβούμαι ότι οι θεωρητικοί το απομόνωσαν πλήρως από τη συγκυρία και τις πρακτικές τις συνέπειες, ενώ οι εφαρμοστές του δικαίου φοβήθηκαν μάλλον υπερβολικά το «πολιτικό κόστος». Αν, από κοινωνική άποψη, το Μνημόνιο υπήρξε καταλύτης, από νομική αντιμετωπίστηκε μάλλον ως ενοχλητικός παρείσακτος.


Social Media