Διαφορετικές στα δύσκολα;

Ευρωπαϊκή Ένωση και Ηνωμένες Πολιτείες μέσα στην κρίση

Συλλογικός Τόμος : από τον Μπούς στον Ομπάμα (επιμέλεια Σωτήρης Ντάλλης) Εκδόσεις Παπαζήση 2010

Μια χρηματοπιστωτική απορρύθμιση, οφειλόμενη σε δομικές αδυναμίες του σύγχρονου καπιταλισμού και προκληθείσα από την απληστία και την ανευθυνότητα βασικών «παικτών» του, που σύντομα μεταβλήθηκε σε οικονομική και κοινωνική θύελλα με γενικευμένη ύφεση, τεράστια ελλείμματα, υπερχρέωση κρατών και νοικοκυριών, πτώση της αγοραστικής δύναμης των πολιτών, πτωχεύσεις εταιριών και επιχειρήσεων και έκρηξη της ανεργίας: η περιγραφή της κρίσης που χτύπησε το παγκόσμιο –και παγκοσμιοποιημένο- «χωριό» μας στα τέλη του 2008, και συνεχίζει να το αναταράσσει, είναι εύκολη όσο και επώδυνη. Το ζήτημα είναι βέβαια τι κάνουμε για να την αντιμετωπίσουμε. Η μεγάλη διαφορά με το κραχ του 1929 ήταν ότι αυτή τη φορά οι εθνικές κυβερνήσεις και οι υπερεθνικοί οργανισμοί κινήθηκαν με σχετική ταχύτητα, έριξαν (κρατικό) χρήμα στις αγορές και διέσωσαν το σύστημα (τις δομές του αλλά και τις καταθέσεις μας). Η δημόσια παρέμβαση ήταν γενικευμένη, πόσο όμως συντονισμένη ήταν και στην υπηρεσία ποιας λογικής; Το παρόν κείμενο φιλοδοξεί ειδικότερα να εστιάσει στις ομοιότητες και τις διαφορές όσον αφορά την αντιμετώπιση της κρίσης στις δύο μεγάλες οικονομίες και κοινωνίες της Δύσης, την ευρωπαϊκή και την αμερικανική, και να εξαγάγει πολιτικά και θεσμικά  συμπεράσματα με δεδομένη την εγγενή ανομοιότητα των συστημάτων (μια πολιτική ένωση ανεξάρτητων κρατών και μια ομοσπονδιακή χώρα) αλλά και την επίσης εγγενή κοινότητα στόχων και, ίσως, και μεθόδων.

Και στις δύο όχθες του Ατλαντικού η αντίδραση ήρθε μόνο όταν είχε καταστεί φανερό ότι δεν μπορούσε να μην έρθει. Η πτώχευση της Lehman Brothers –η κρίσιμη σταγόνα που έκανε το ποτήρι να ξεχειλίσει και την κρίση να γίνει αντιληπτή από όλη την ανθρωπότητα- οριστικοποιήθηκε στις 14 Σεπτεμβρίου 2008. Στις 12 και 13 Σεπτεμβρίου οι Υπουργοί Οικονομικών της Ευρωζώνης και οι εκπρόσωποι της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας είχαν συναντηθεί στη Νίκαια και αποφανθεί ότι τα στοιχεία δεν δικαιολογούσαν την άποψη ότι υπήρχε ή ότι επαπειλούνταν κρίση και ότι το καλύτερο που θα είχαν να κάνουν θα ήταν να αφήσουν ανενόχλητους να δράσουν τους «αυτόματους σταθεροποιητές»[1]. Μέχρι τα μέσα Ιουλίου ο Πρόεδρος της Κεντρικής Τράπεζας των ΗΠΑ Μπεν Μπερνάνκι δεν πίστευε στις προβλέψεις των ίδιων των εμπειρογνωμόνων του για τις οικονομικές εξελίξεις στις ΗΠΑ, θεωρώντας ότι τα χειρότερα είχαν περάσει και ότι η ανάκαμψη ήταν προ των πυλών. Αφέλεια ή αστοχία; Θα έλεγα περισσότερο τυφλή εμπιστοσύνη στην ικανότητα αυτο-ίασης του καπιταλισμού και στην αυτορρυθμιστική σοφία των αγορών -ή μάλλον του αόρατου χεριού τους, που στη συγκεκριμένη βέβαια περίπτωση αποδείχτηκε απλώς ανύπαρκτο. Η κρίση ξεκίνησε λοιπόν με μια καθοριστική ομοιότητα: τη μη πρόβλεψη, τη δυσπιστία απέναντι στα όλο και πιο φανερά συμπτώματα, την αναβολή συστημικής αντιμετώπισης ως την ύστατη κυριολεκτικά στιγμή. Θα ακολουθούσε και μια δεύτερη και εξίσου κρίσιμη κοινή επιλογή: τα μέτρα αντιμετώπισης της κρίσης θα «έσπαγαν» και στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στις ΗΠΑ σε δύο ξεχωριστά «πακέτα»: ένα άμεσου και επείγοντος χαρακτήρα για τη σωτηρία των τραπεζών και ένα μεσοπρόθεσμο –αλλά που άρχισε να συζητείται και να σχεδιάζεται σχεδόν αμέσως- για την ανάκαμψη μέσω μεταρρύθμισης του διεθνούς χρηματοοικονομικού συστήματος. Ποιας μορφής και τι βάθους μεταρρύθμιση (και αν πρέπει ή όχι να βάλουμε τη λέξη σε εισαγωγικά) είναι κάτι που ακόμα δεν έχει κριθεί. Ακόμα και όταν είχε πια καταστεί φανερό ότι η κρίση που είχε ξεσπάσει ήταν ιδιαίτερα σοβαρή, το πρώτο αντανακλαστικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης ήταν η a la carte, δηλαδή η εθνική, αντιμετώπιση του προβλήματος. Η μόνη κοινή «ομπρέλα» ήταν η εκ μέρους της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας αύξηση της ρευστότητας στην αγορά με διάθεση ικανών κεφαλαίων στις τράπεζες –μέσω βέβαια των κεντρικών τραπεζών των κρατών μελών- και η παράλληλη χαλάρωση των απαιτήσεων για τις φερεγγυότητα των προς ενεχύραση τίτλων (η μείωση του επιτοκίου κατά 0,75% θα ερχόταν αργότερα, στις αρχές Οκτωβρίου). Από κει τα πέρα, τα κράτη-μέλη, υπό την ελάχιστα διακριτική «παρότρυνση» της Γερμανίας, αφέθηκαν να πάρουν η καθεμία τα μέτρα που θεωρούσαν σκόπιμα –μέτρα που κυμάνθηκαν από την αυστηρά κατά περίπτωση ενίσχυση τραπεζών που βρίσκονταν σε δυσκολία (Γερμανία) ως την κάλυψη από την κυβέρνηση όλων των καταθέσεων, ανεξαρτήτως ύψους, στις έξι μεγαλύτερες τράπεζες (Ιρλανδία). Τη φάση αυτή, ας την ονομάσουμε της «παραδοσιακής συνταγής», εικονογραφούν με τον πιο εύγλωττο τρόπο δύο περιστατικά. Το πρώτο είναι η εντελώς εμπειρική[2], τόσο ως προς τη μέθοδο όσο και ως προς το είδος της συνεργασίας των εμπλεκομένων χωρών και των αντίστοιχων κεντρικών τραπεζών, αντιμετώπιση από Βέλγιο, Ολλανδία και Λουξεμβούργο της απειληθείσας πτώχευσης της τράπεζας Fortis, του πρώτου πιστωτικού ιδρύματος της ευρωζώνης που χρειάστηκε δημόσια βοήθεια: οι κυβερνήσεις των τριών χωρών συμφώνησαν τελικά μεταξύ τους για τον τρόπο διάσωσης –δι’ εθνικοποίησης- της τράπεζας, ενημερώνοντας απλώς, και εκ των υστέρων, τόσο την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα όσο και την –Ολλανδέζα- αρμόδια Επίτροπο Ανταγωνισμού της Ένωσης –για συζήτηση σε επίπεδο αρχηγών κρατών ή Υπουργών Οικονομικών ούτε λόγος. Το δεύτερο περιστατικό, ή μάλλον σειρά περιστατικών, σχετίζεται με τη φρενιτώδη αλλά εξίσου εμπειρική –κάποιοι θα έλεγαν αντιθεσμική- δραστηριοποίηση του Προέδρου της Γαλλίας και προεδρεύοντος τότε της Ένωσης Νικολά Σαρκοζί, ο οποίος διοργάνωσε, σε διάστημα λίγων μόνο ημερών, μια σειρά άτυπες συναντήσεις με μεγάλη γεωμετρική ποικιλία: του εαυτού του με τον Πρόεδρο της Επιτροπής Μπαρόζο και την Επίτροπο Ανταγωνισμού Νέλι Κρους (28 Σεπτεμβρίου στις Βρυξέλλες), των ηγετών των 4 μόνο «μεγάλων δυνάμεων» της Ένωσης (Γαλλίας, Γερμανίας, Ιταλίας, Βρετανίας, στις 4 Οκτωβρίου στο Παρίσι),  των ηγετών των χωρών της Ευρωζώνης συν τον Πρωθυπουργό της Βρετανίας Γκόρντον Μπράουν (12 Οκτωβρίου στο Παρίσι), πριν περάσει στα προβλεπόμενα από τις Συνθήκες σχήματα των άτυπων ή επίσημων Συμβουλίων, που κατέληξαν (στις 18 Οκτωβρίου) στην υιοθέτηση του ήδη συμφωνημένου από τους «4» ευρωπαϊκού σχεδίου σωτηρίας των τραπεζών.

Του δεύτερου αυτού σταδίου μιας λίγο-πολύ συντονισμένης αντίδρασης προηγήθηκε –και σε μεγάλο βαθμό την καθόρισε- μια άλλη εμπειρική, αλλά αυτή τη φορά σωτήρια, παρέμβαση: το σχέδιο παροχής εγγυήσεων και κεφαλαίων προς τις τράπεζες που υπέβαλε, στις 8 Οκτωβρίου, στους ηγέτες της Ένωσης ο Γκόρντον Μπράουν και που αποτέλεσε τη βάση για την ευρωπαϊκή –αλλά και την αμερικανική[3]-  επιχείρηση σωτηρίας των τραπεζών. Βλέποντας ότι δεν υπάρχουν οι θεσμοί, και ίσως και η βούληση, για κοινή δράση, ο Πρωθυπουργός της –εκτός ευρωζώνης- Βρετανίας γέμισε το κενό και έκανε και τους άλλους, ανακουφισμένους, να τον ακολουθήσουν. Το κεϋνσιανής εμπνεύσεως «σχέδιο Μπράουν», που γρήγορα και με λίγες αλλαγές μετατράπηκε σε «ευρωπαϊκό σχέδιο», αποτέλεσε την πρώτη ενιαία δημόσια παρέμβαση της Ευρώπης υπό συνθήκες κρίσης[4]. Το συγκροτούσε η αφιέρωση ενός ποσού κοντά στα δύο τρισεκατομμύρια ευρώ για τη στήριξη των τραπεζών –από τους εθνικούς προϋπολογισμούς- και η θέσπιση, ή μάλλον η σκιαγράφηση, κάποιων κοινών κανόνων για να χρησιμοποιηθούν όσο το δυνατόν επωφελέστερα αυτά τα χρήματα: ενθάρρυνση «επανακεφαλαιοποιήσεων» (recapitalization) των τραπεζών που δέχτηκαν κρατικά κεφάλαια, αγορά μετοχών αυτών των τραπεζών από το κράτος, εγγυήσεις του Δημοσίου για ενδεχόμενα νέα χρέη των τραπεζών, αλλαγές στον τρόπο υπολογισμού του ρίσκου για τα τραπεζικά χρεόγραφα, θεσμοθέτηση μιας «ευρωπαϊκής μονάδας κρίσης» με στόχο τη βελτίωση της τραπεζικής εποπτείας. Στα τελευταία δύο μέτρα διαβλέπει κανείς τη βούληση μετάβασης στο δεύτερο και «συστημικότερο» «πακέτο δράσης», που αφορά τη συνολική μεταρρύθμιση του χρηματοπιστωτικού πλαισίου. Το ότι, παρά το εμπόδια (το πρώτο των οποίων ήταν η αρχική άρνηση της Άνγκελα Μέρκελ να συμμετάσχει σε οποιοδήποτε κοινό σχέδιο διάσωσης των τραπεζών από φόβο ότι η χώρα της θα αναγκαστεί να «πληρώσει, όπως πάντα, τα περισσότερα»), εκπονήθηκε και τέθηκε σε εφαρμογή μια έστω στοιχειώδης ευρωπαϊκή στρατηγική, δείχνει ότι η Ευρώπη, σε οριακές τουλάχιστον στιγμές, διαθέτει τη δύναμη να ξεπερνά τις παραδοσιακές αγκυλώσεις της.

Στο δεύτερο «πακέτο», των μέτρων για τη γενικότερη ανάκαμψη της οικονομίας της Ένωσης με εξαγωγή των συμπερασμάτων από τα αίτια και τα χαρακτηριστικά της κρίσης, δηλαδή, με απλά λόγια, στο μέτωπο της «πραγματικής οικονομίας», η εικόνα μοιάζει πιο καθαρή, αλλά ο βαθμός αοριστίας παραμένει αρκετά μεγάλος. Με βάση τη γενική αρχή «κάντε επενδύσεις-στηρίξτε τους εργαζομένους»[5], η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρουσίασε, στις 26 Νοεμβρίου, ένα «σχέδιο ανάκαμψης» (που εγκρίθηκε από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της 11ης και 12ης Δεκεμβρίου) σε δύο μέρη: ένα «δημοσιονομικό κίνητρο» ύψους 200 ευρώ για ενίσχυση της αγοραστικής δύναμης των Ευρωπαίων πολιτών και τόνωση της εμπιστοσύνης στις ευρωπαϊκές οικονομίες και μια σειρά «έξυπνων επενδύσεων» για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας στην Ευρώπη. Από τα 200 δις του «δημοσιονομικού κινήτρου», 170 προέρχονται από προϋπολογισμούς των κρατών μελών (με υποχρέωση όλων να συνεισφέρουν τουλάχιστον το 1,5% του ΑΕΠ τους[6]) και 30 δις από τους προϋπολογισμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων (σε αναλογία μάλιστα 5 προς 25, με όλο το ποσό των 5 δις από τον προϋπολογισμό της Ένωσης να πηγαίνει στη «βελτίωση των διασυνδέσεων στον τομέα της ενέργειας και της ευρυζωνικής υποδομής», δηλαδή της πρόσβασης στο Ίντερνετ[7]). Ο δεύτερος δε πυλώνας των «έξυπνων επενδύσεων» επαφίεται, πλην των τομέων ενέργειας και ευρυζωνικών υποδομών, στα κράτη μέλη, τα οποία καλούνται να θέσουν «απαιτητικούς στόχους» και να προβούν σε «φιλόδοξες μεταρρυθμίσεις». Με αυτά τα δεδομένα, η σύγκριση του ευρωπαϊκού «σχεδίου ανάκαμψης» του 2008 με το «σχέδιο Μάρσαλ» που δόθηκε στην Ευρώπη από τις ΗΠΑ την περίοδο 1948-1951[8] θα μπορούσε να γίνει μόνο αν στο δεύτερο οι ΗΠΑ είχαν «προσφέρει» στην Ευρώπη όχι αμερικανικά αλλά ευρωπαϊκά κεφάλαια.

Μένει έτσι ίσως ως πιο ενδιαφέρον τμήμα της ευρωπαϊκής απάντησης στην κρίση, το πιο διάχυτο, άτυπο και μη δεσμευτικό: πρόκειται για τη συμβολή στην αλλαγή των κανόνων της παγκόσμιας οικονομικής διακυβέρνησης. Εδώ, για να είμαστε δίκαιοι[9], μεγάλο μέρος της ιδέας και της πρωτοβουλίας ανήκει στον ίδιο βολονταριστή Γάλλο Πρόεδρο τον οποίο λίγο πιο πάνω κριτικάραμε: ήδη από την διάσκεψη κορυφής των «4 μεγάλων» της 4ης Οκτωβρίου ο Σαρκοζί είχε επιμείνει να συζητηθούν θέματα και να προταθούν παγκόσμιες λύσεις σε ζητήματα όπως οι λογιστικοί κανόνες που ισχύουν για τις τράπεζες, οι κανόνες ανταγωνισμού σε περιόδους κρίσης, οι κανόνες που διέπουν τις εγγυήσεις μεταξύ κεντρικών και ιδιωτικών τραπεζών, οι αποδοχές και ιδίως τα «δώρα» των διευθυντικών στελεχών των τραπεζών, το πλαίσιο εποπτείας των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων και οι εγγυήσεις πιο αμερόληπτης λειτουργίας των «εταιριών αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας» (rating agencies)[10]. Στη συνέχεια και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή τόλμησε να εισηγηθεί, για περιόδους κρίσης, μέτρα όπως η κατ’ εξαίρεση υπέρβαση του ελλείμματος του 3% που προβλέπεται στο Σύμφωνο Σταθερότητας[11], η ενίσχυση των οικονομικά ασθενέστερων, η ανάγκη επανένταξης ανέργων στην αγορά εργασίας, η μείωση φορολογίας σε ορισμένα αγαθά και υπηρεσίες[12] -μέτρα πάντως που σε ικανό βαθμό υιοθέτησε μόνο η βρετανική και κάπως λιγότερο η ισπανική κυβέρνηση. Η ίδια Επιτροπή δημοσιοποίησε στις 29 Οκτωβρίου ένα «ευρωπαϊκό πλαίσιο δράσης», που περιλαμβάνει ενδιαφέρουσες ιδέες-παραινέσεις για μια «νέα ευρωπαϊκή οικονομική αρχιτεκτονική», για «αντιμετώπιση των επιπτώσεων της κρίσης στην πραγματική οικονομία» (όπου γίνεται λόγος και για ενίσχυση της flexicurity και για προώθηση της «πράσινης ανάπτυξης») και για μια «παγκόσμια απόκριση στην οικονομική κρίση» (με αναφορές στη ανάγκη μεγαλύτερου διεθνούς συντονισμού αλλά και ενδυνάμωσης των διεθνών ρυθμιστικών κανόνων)[13]. Στις 27 Νοεμβρίου 2008, στο έκτακτο ευρωπαϊκό Συμβούλιο κορυφής στις Βρυξέλλες, συζητήθηκε ειδικά η μεταρρύθμιση του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος και έγινε δεκτή η εισήγηση της γαλλικής προεδρίας για τις ακόλουθες, μεταξύ άλλων, αρχές: κανένα ίδρυμα, κανένα τμήμα της αγοράς, κανένα πρόσωπο εκτός ελέγχου – το νέο διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα πρέπει να βασίζεται στις αρχές της διαφάνειας και του λογιστικού ελέγχου – να δοθεί κεντρικός ρόλος στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο για επεμβάσεις προς πρόληψη των κρίσεων[14]. Πολύ χρήσιμες προτάσεις σε παρεμφερή ζητήματα περιέχει και η Έκθεση της Ομάδας Larosiere, που θεσμοθέτησε η Επιτροπή: ξεχωρίζουν η πρόταση για τη δημιουργία ενός οργάνου μακρο-εποπτείας με τίτλο «Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Συστημικού Κινδύνου» (European Systemic Risk Council – ESRC) και Πρόεδρο το Διοικητή της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και η αντίστοιχη για τη δημιουργία ενός νέου «Ευρωπαϊκού Συστήματος Οικονομικής Εποπτείας» (European System of Finacial Supervision – ESFS), με μετασχηματισμό της ομάδας των 13 ευρωπαϊκών επιτροπών εποπτείας σε ένα κοινοτικό όργανο[15] . Δεν πρέπει να παραξενεύει, συνεπώς, που, όπως θα δούμε πιο κάτω, η συμβολή της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην εκπόνηση κοινών κατευθύνσεων στις Παγκόσμιες Διασκέψεις των 20 ισχυρότερων οικονομιών στην Ουάσιγκτον (15 Νοεμβρίου 2008) και ιδίως στο Λονδίνο (2 Απριλίου 2009) ήταν τουλάχιστον εξίσου καθοριστική με την αμερικανική.

Με βάση αυτά τα δεδομένα μπορούν να συναχθούν τρία βασικά συμπεράσματα για την ευρωπαϊκή απάντηση στην κρίση.

Πρώτον, ότι αποφεύχθηκαν τα χειρότερα, δηλαδή η παραδοσιακή απραξία ή η ακόμα παραδοσιακότερη λογική των «μικρών βημάτων». Πράγματι, η Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί να ταλαντεύτηκε, να φλερτάρισε ακόμα μια φορά με τον κακό της δαίμονα, που έχει τον τίτλο «ατολμία» και υπότιτλο «άφησε το πρόβλημα στα κράτη», μπορεί να έχασε, κυρίως λόγω του «παβλοφικού συνδρόμου» της Γερμανίας και της ανεπάρκειας της Επιτροπής και του ίδιου του Μπαρόζο, την ευκαιρία να ξεπεράσει τον εαυτό της, όμως τελικά, μπροστά στο μέγεθος της κρίσης (και χάρις στην έμπνευση του Μπράουν), η Ένωση κατάφερε να μιλήσει, ίσως να ψελλίσει, με μια φωνή κι έδειξε ότι κατανοεί το βάρος και το βάθος του προβλήματος, την ανάγκη συνεννόησης μεταξύ κυβερνήσεων και τη χρεοκοπία της εντελώς «ελεύθερης» αγοράς[16].

Δεύτερον, παρόλα τα παραπάνω, η «ευρωπαϊκή απάντηση» ήταν στην ουσία μια «συγκόλληση εθνικών σχεδίων»[17], αφού, πέρα από τους μάλλον χαλαρούς γενικούς κανόνες, κάθε κράτος μέλος αφέθηκε ελεύθερο να υλοποιήσει την κοινή στρατηγική με τον τρόπο που εκείνο θεωρούσε σκόπιμο. Ο τρόπος αυτός επεκτάθηκε μοιραία και σε μέτρα τόνωσης της οικονομίας πέραν του καθαρά τραπεζικού τομέα και διέφερε πολύ, τόσο ποσοτικά όσο και ποιοτικά, από χώρα σε χώρα: μόνο το ελληνικό «σχέδιο» (ύψους 28 δις ευρώ) περιορίστηκε αποκλειστικά στις τράπεζες, ενώ το γερμανικό (σε δύο δόσεις, ύψους 31 και στη συνέχεια άλλων 50 δις) σχεδόν αποκλειστικά στις επενδύσεις. Τα 80 δις της Ιταλίας (πρωταθλήτριας στο δημόσιο χρέος εντός της ΕΕ) αφορούσαν κυρίως βοήθεια σε φτωχές οικογένειες (βοήθεια που, όπως οι περισσότερες πρωτοβουλίες του μεγάλου Ιταλού Πρωθυπουργού, δεν έφτασε ποτέ στους αποδέκτες της), τα 38 δις της Ισπανίας πήγαιναν κυρίως σε ενίσχυση των πιο βαριά πληττόμενων επιχειρήσεων, τα 26 δις της Γαλλίας στη διάσωση θέσεων εργασίας, ειδικά στον τομέα της αυτοκινητοβιομηχανίας της. Πάντως, όπως ορθά παρατηρήθηκε, τα ποσά ήταν πολύ πιο εντυπωσιακά από τα αποτελέσματά τους, αφού πολλά μέτρα είτε είχαν αποφασισθεί από καιρό είτε περιλαμβάνονταν ούτως ή άλλως στην κυβερνητική πολιτική είτε δεν είχαν καμία σχέση με τις συνέπειές της κρίσης[18]. Σε κάθε περίπτωση, ο ενιαίος και στοχευμένος χαρακτήρας αυτών των μέτρων ακόμα αναζητείται.

Τρίτον, παρά τις θεσμικές δυσκολίες, που θα εξεταστούν στο τέλος του παρόντος κειμένου, και παρά τα προερχόμενα από την πολιτική συγκυρία εμπόδια (κυρίως την επιδείνωση των σχέσεων και της συνεργασίας μεταξύ Γαλλίας και Γερμανίας[19] και το πάγιο «φρενάρισμα» τολμηρών πρωτοβουλιών από πλευράς Επιτροπής[20]), το κρίσιμο ζήτημα της αλλαγής των όρων του παγκόσμιου οικονομικού παιχνιδιού δεν παραμελήθηκε εντελώς –και πάντως όχι περισσότερο από ότι στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, την οποία ήρθε η ώρα εξετάσουμε.

Οι ΗΠΑ διασχίζουν την κρίση στο μεταίχμιο δύο κυβερνήσεων. Την ξεκίνησαν –και μάλλον την δημιούργησαν- επί Μπους, την περνούν –και πιθανότατα θα την ξεπεράσουν- επί Ομπάμα. Η σύμπτωση και η εναλλαγή θέτουν σε δοκιμασία το γνωστό σύνθημα «στην Αμερική αλλάζουν οι Πρόεδροι, όχι οι πολιτικές». Στη συγκεκριμένη περίπτωση, τα εξωτερικά στοιχεία της πολιτικής μπορεί να έμειναν τα ίδια, το ένα σχέδιο διάσωσης των τραπεζών διαδέχτηκε ένα άλλο παρόμοιας φιλοσοφίας, όμως κανείς λογικός παρατηρητής δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι το σχέδιο ανάκαμψης του Ομπάμα, που περιέχει την ουσία των μέτρων εξόδου από την κρίση, δεν φέρει την –εντελώς διαφορετική από του προκατόχου του- σφραγίδα του νέου Αμερικανικού Προέδρου και ίσως και της … ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας.

Τα σχέδια διάσωσης των τραπεζών πήραν τα ονόματα των αντίστοιχων Υπουργών Οικονομικών. Ο Χένρι Πόλσον, που κατείχε αυτό το αξίωμα στη δεύτερη θητεία του δεύτερου Μπους, χρειάστηκε να δοκιμάσει δυο φορές για το πρώτο του σχέδιο και να προσθέσει και ένα δεύτερο. Στα τέλη Σεπτεμβρίου 2008 η Βουλή των Αντιπροσώπων απέρριψε το αρχικό σχέδιο κόστους 700 δις δολαρίων, το οποίο ως βασική αιχμή είχε την αγορά από το κράτος των προβληματικών («τοξικών») ομολόγων των τραπεζών. Έγινε τελικά δεκτό, τροποποιημένο και κυρίως «ξαναπακεταρισμένο», στις 3 Οκτωβρίου και οδήγησε, τρεις μέρες αργότερα, την Ομοσπονδιακή Τράπεζα (την περίφημη Fed, η οποία, υπό τη ηγεσία του Μπεν Μπερνάνκι, βρέθηκε ξαφνικά σε αχαρτογράφητα ύδατα[21]) να διπλασιάσει, ως το ύψος των 990 δις δολαρίων, τα δάνεια προς τις τράπεζες, να προβεί, για πρώτη φορά στην ιστορία της, στην σύναψη επισφαλών δανείων προς αυτές και να κατεβάσει κι άλλο το επιτόκιο καταθέσεων στο 1,5% (δεν θα αργούσε να φτάσει ουσιαστικά στο μηδέν). Ο συνδυασμός των ενεργειών αυτών από την κυβέρνηση και τη Fed, που δεν είναι καθόλου το ίδιο πράγμα, έδειξε ότι στην Αμερική η κρίση των τραπεζών αντιμετωπίστηκε από σύσσωμο το establishment κυρίως ως πρόβλημα ρευστότητας και όχι χρεοκοπίας[22] και αντιμετωπίστηκε ως τέτοια με «ποσοτικά επιθετικό» τρόπο[23] αλλά χωρίς δομικές παρεμβάσεις. Ένα περίπου μήνα αργότερα, στις 25 Νοεμβρίου, κι ενώ είχε ήδη εκλεγεί εν αναμονή Πρόεδρος ο Ομπάμα, ο Πόλσον, σε συνεννόηση με τη Fed (με τρόπο που άρχισε να τις κάνει επικίνδυνα να μοιάζουν σαν το ίδιο πράγμα), δημοσιοποίησε νέο –και συμπληρωματικό του προηγουμένου- σχέδιο χρηματοδότησης των τραπεζών, ύψους 800 δις δολαρίων (600 δις για την εξαγορά επενδυτικών προϊόντων ώστε να χορηγηθεί ρευστότητα στις τράπεζες και 200 δις από τη Fed για να βοηθήσει τις τράπεζες να καλύψουν πιστωτικές ανάγκες νοικοκυριών και μικρομεσαίων επιχειρήσεων[24]). Αυτή ήταν η «κληρονομιά Πόλσον» στην κυβέρνηση Ομπάμα, διόλου ευκαταφρόνητη (κυρίως γιατί, προερχόμενη από μια σκληρή Ρεπουμπλικανική κυβέρνηση, συνιστούσε μια «πρωτόγνωρη κρατική παρέμβαση» σε μια χώρα που ως τότε κάτι τέτοιο θεωρείτο «το απόλυτο κακό»[25]), αλλά, στα μάτια του νέου Προέδρου, όχι επαρκής.

Η κυβέρνηση του Ομπάμα παρουσίασε στις 10 Φεβρουαρίου 2009 το δικό της σχέδιο σωτηρίας των τραπεζών, το «σχέδιο Γκάϊτνερ», που προέβλεπε και πάλι την παροχή εγγυήσεων προς τις τράπεζες και αγορά  «τοξικών» ομολόγων, αλλά μείωση του ύψους των άμεσων «ενέσεων» ρευστότητας προς αυτές, ώστε να μείνουν διαθέσιμα περίπου 350 δις από τα κεφάλαια που είχαν συγκεντρωθεί στο «ταμείο Πόλσον» [26]. Ο νέος Πρόεδρος, και το «νέο σχέδιο», δεν τόλμησαν, ίσως επειδή ήταν τόσο νωρίς στη θητεία της καινούργιας διοίκησης, να αλλάξουν μέθοδο, να επανακεφαλαιοποιήσουν με υγιή τρόπο τις τράπεζες ή να κλείσουν τα ιδρύματα που δεν είχαν τα εχέγγυα να σωθούν (τις λεγόμενες «τράπεζες ζόμπι»[27]). Έδειξαν όμως ήδη με αυτή την πρώτη κίνηση ότι το βάρος θα έπεφτε στο άλλο σκέλος των μέτρων, που θα αφιερώνονταν στην εν γένει ανάκαμψη της οικονομίας. Στις 17 Φεβρουαρίου 2009 υπογράφηκε από τον Πρόεδρο, αφού προηγουμένως πέρασε από το Κογκρέσο[28], ο «νόμος για την ανάκαμψη και τις επανεπενδύσεις στην Αμερική» (American Recovery and Reinvestment Act – ARRA), ένα «πακέτο» ενίσχυσης της οικονομίας ύψους 787 δις δολαρίων. Το σχέδιο προβλέπει γενναίες φοροαπαλλαγές για χαμηλά και μεσαία εισοδήματα, παροχές επιδομάτων στους ανέργους, σειρά άλλων μέτρων πρόνοιας και στοχευμένες επενδύσεις στους τομείς της εκπαίδευσης, της υγείας και υποδομών, με ειδική έμφαση στα ενεργειακά δίκτυα[29]. Αυτές οι επιλογές δαπανών εντός του αμερικανικού προϋπολογισμού -σε εποχή, ας μην το ξεχνάμε, που η κρίση δεν είχε ακόμα αρχίσει να υποχωρεί- συνιστά τη μεγάλη ιδιαιτερότητα της πολιτικής Ομπάμα, τη μεγάλη διαφορά της από την πολιτική των προκατόχων της (για τους οποίους φοροαπαλλαγές, δημόσιες επενδύσεις και «πράσινη ανάπτυξη» συνιστούσαν προπατορικά αναθέματα) και τη μεγάλη προσέγγιση με το «ευρωπαϊκό μοντέλο».  Μόνο που αυτή η προσέγγιση, αν εξετασθεί από κοντά, δεν είναι τόσο μεγάλη όσο φαίνεται –με την έννοια ότι το αμερικανικό σχέδιο είναι πολύ πιο γενναίο και πολύ πιο ολιστικό.

Πρώτον, γιατί παρουσιάστηκε, από τον ίδιο τον Πρόεδρο, στην ιστορική ομιλία του της 25ης Φεβρουαρίου ενώπιον του Κογκρέσου, ως «ένα άλμα στο μέλλον», μια «νίκη του δράσης», παρά το μεγάλο κόστος της, έναντι της αδράνειας («της οποίας το κόστος θα ήταν πολύ μεγαλύτερο»), μια βοήθεια όχι προς τις τράπεζες (των οποίων εξάλλου το σύστημα ελέγχου δεσμεύθηκε να αλλάξει εκ βάθρων) αλλά προς το λαό, ενώ, το σημαντικότερο όλων, η Παιδεία, η Υγεία και η Ενέργεια παρουσιάστηκαν όχι ως μεμονωμένοι τομείς χρήζοντες βοήθειας αλλά ως «σημαντικές προϋποθέσεις για τη μακροπρόθεσμη αειφορία της αμερικανικής οικονομίας»[30]. Πρόκειται, δηλαδή, ούτε λίγο ούτε πολύ, για μια επιχείρηση αλλαγής οικονομικού παραδείγματος, κάτι που κατέστησε σαφές ο ίδιος ο Πρόεδρος σε μια άλλη ιστορική ομιλία του (είναι ο σαφές ότι ο Ομπάμα έχει ήδη κατά νου να περάσει στην Ιστορία ως «ο Πρόεδρος των Λόγων»[31]), στις 14 Απριλίου 2009, στο Πανεπιστήμιο του Τζορτζτάουν. Εκεί έκανε λόγο για «επαναθεμελίωση» της αμερικανικής οικονομίας με νέα λογική και σε νέους άξονες: τη ρύθμιση των οικονομικών αγορών, την εκπαίδευση, τις νέες πηγές ενέργειας, την υγεία και τη μείωση του χρέους κατά 10% μέσω εξοικονόμησης των άχρηστών δαπανών ώστε να ελευθερωθούν πόροι για τις μεγάλες μεταρρυθμίσεις στους παραπάνω τομείς. Η «συμβολή» της κρίσης στην οικονομική στροφή της αμερικανικής ηγεσίας ανιχνεύεται καθαρά σε φράσεις όπως «οφείλουμε να αλλάξουμε τη σχέση μας με το δανεισμό, τις καταναλωτικές μας συνήθειες και τη δομή των εργασιακών σχέσεων» και «μια οικονομία στην οποία το 40% των κερδών προέρχονται από τον χρηματοπιστωτικό τομέα, ενώ την ίδια στιγμή το οικογενειακό εισόδημα υποχωρεί, είναι μια μη αειφόρος οικονομία»[32].

Δεύτερον, γιατί το «γενικό» σχέδιο ανάκαμψης συνοδεύτηκε και συνεχίζει να συνοδεύεται από ειδικότερα προς την ίδια κατεύθυνση μακρόπνοα προγράμματα, όπως το «πακέτο» για 3 εκατομμύρια θέσεις εργασίας[33], το σχέδιο ύψους 75 δις δολαρίων για στήριξη της καταρρέουσας αγοράς ακινήτων και των δανειοληπτών[34] ή, πιο πρόσφατα, τα εξαγγελθέντα νέα μέτρα για φοροαπαλλαγές για αγορά πρώτης κατοικίας, αύξηση των δαπανών για έργα στον τομέα των μεταφορών και παράταση των επιδομάτων ανεργίας.

Και τρίτον, γιατί κάθε αμερικανική πρωτοβουλία ανάκαμψης συνδυαζόταν πάντα με έκκληση του Προέδρου Ομπάμα για κοινή δράση όλων των μεγάλων οικονομιών του κόσμου, ιδίως εντός της «ομάδας του G 20»[35]. Η έκκληση αυτή έπιασε ιδιαίτερα τόπο ενόψει της συνόδου κορυφής του G 20 στις 2 Απριλίου στο Λονδίνο, όπου ο ίδιος ο Ομπάμα σήμανε την αρχή του τέλους της pax Americana, την εισδοχή στην εποχή της πολυμέρειας αλλά και το τέλος του δόγματος της ανεξέλεγκτης αγοράς. Μπορεί ο Γκόρντον Μπράουν να ήταν αυτός που είπε ωμά ότι «η συναίνεση της Ουάσιγκτον τέλειωσε», όμως η σιωπηρή συναίνεση –και η προετοιμασία των προϋποθέσεων- από τον Πρόεδρο που έχει την έδρα του στην Ουάσιγκτον έχει ακόμα μεγαλύτερη σημασία. Οι δε συγκεκριμένες αποφάσεις της διάσκεψης για τον τριπλασιασμό των πόρων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και για τα «πακέτα» ενίσχυσης της παγκόσμιας εμπορικής ροής (250 δις δολάρια) και δανείων προς τις φτωχότερες χώρες (100 δις), καθώς και τα μέτρα ρύθμισης του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος (μέσα από συμφωνίες κατάργησης των φορολογικών παραδείσων -αν και σε άγνωστο χρονικό ορίζοντα-, αυστηρότερο έλεγχο των κερδοσκοπικών κεφαλαίων και σύσταση νέου παγκόσμιου εποπτικού οργανισμού, αλλά και μέσα φράσεις όπως «να διορθώσουμε το χρηματοπιστωτικό σύστημα» ή «να οικοδομήσουμε μια ανάκαμψη που θα τους περιλαμβάνει όλους, οικολογική και αειφόρο»[36]) μυρίζουν έντονα Ομπάμα με ευρωπαϊκή σάλτσα (αλλά και ευρωπαϊκές περικοπές, όσον αφορά ιδίως το «πακέτο» των κοινών φορολογικών κινήτρων).

Επιχειρώντας μια σύγκριση της ευρωπαϊκής και της αμερικανικής απάντησης στην κρίση θα έδινα προσωπικά έμφαση στα εξής:

α) οι δομικές ομοιότητες (μεθοδολογικές όσο και ουσίας των μέτρων) είναι περισσότερες από τις διαφορές. Χωρίς να υποτιμώ τον ποσοτικό παράγοντα[37], ούτε τον τρόπο τεχνικής υλοποίησης παρόμοιων μέτρων[38], θεωρώ ότι οι βασικές διαφορές εκπηγάζουν λιγότερο από μια διαφορετική «φιλοσοφία» όσο από θεσμικά δεδομένα των αντίστοιχων πολιτικών συστημάτων. Αναφέρομαι κυρίως στην έλλειψη μιας «οικονομικής διακυβέρνησης» στο ισχύον πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης[39], στο διαφορετικό ρόλο και δυνατότητες της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και της Fed[40] και στην αδυναμία (ουσιαστικά ανυπαρξία) του κοινοτικού προϋπολογισμού (τόσο σε ύψος, λιγότερο από 1% του κοινοτικού ΑΕΠ, όσο και σε ευελιξία –η σύγκριση των επενδυτικών προγραμμάτων στο ευρωπαϊκό και στο αμερικανικό σχέδιο ανάκαμψης είναι καταλυτική). Παρόλα αυτά, τουλάχιστον για το σχέδιο σωτηρίας των τραπεζών, οι απόψεις διχάζονται για το αν το αμερικανικό (εστιασμένο, όπως είδαμε, στην απόσυρση των «τοξικών» ομολόγων[41]) ήταν πιο αποτελεσματικό από το ευρωπαϊκό[42]. Είναι πιθανό μάλιστα και το ευρωπαϊκό «σχέδιο ανάκαμψης» να ήταν τελικά λιγότερο ευνοϊκό προς τις τράπεζες[43], δεν χωρεί όμως νομίζω αμφιβολία ότι το αντίστοιχο αμερικανικό ήταν πολύ πιο συνεκτικό, εμπροσθοβαρές και ρηξικέλευθο,

β) η βασική δυσκολία της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν προήλθε τόσο από τη «νέο-συντηρητική» φιλοσοφία των περισσότερων από τις κυβερνήσεις της και, πράγμα επόμενο, και της ίδιας της Επιτροπής, όσο  από τη διήθηση του «κοινού ευρωπαϊκού συμφέροντος» μέσα από τα συμφέροντα και τις αντιθέσεις των κρατών μελών.  Στην Ένωση, που αποτελεί αμάλγαμα και όχι όλον, η κρίση έβγαλε προς τα έξω το ένστικτό των ισχυρών (λέγε με Γερμανία), να προσπαθούν, αντί να διασφαλίζουν τη συνοχή, να αποφεύγουν τις επιπτώσεις που μοιραία που τους αναλογούν και να τις μετακυλύουν στους πιο αδύναμους[44]. Στις ΗΠΑ, η μία και μοναδική κεντρική κυβέρνηση «έβαλε πλάτη» για την προστασία των λιγότερο ισχυρών (περιοχών, κοινωνικών ομάδων, επαγγελμάτων κλπ). Βοήθησε βεβαίως, σε ένα αμιγώς προεδρικό σύστημα όπως το αμερικανικό, ότι, στο κρισιμότερο σημείο της κρίσης, η κυβέρνηση αυτή ήταν του Ομπάμα και όχι του Μπους του μικρού. Η επιλογή ηγεσίας όμως έγινε από τον αμερικανικό λαό και οφειλόταν σε μεγάλο βαθμό στην ίδια την κρίση, ενώ στην Ευρωπαϊκή Ένωση, σε ακόμα πιο δυσμενή για το πολιτικό κατεστημένο χρονική στιγμή (τον Ιούνιο, όταν τα οικονομικά προβλήματα βρίσκονταν στο απόγειο τους), το αποτέλεσμα των ευρωεκλογών θα μπορούσε να ερμηνευθεί ως παρά πάσα λογική υπερψήφιση των προσώπων, των κομμάτων και των πολιτικών που περισσότερο ευθύνονταν για την κρίση[45],

γ) παρά τον ακτιβισμό του Προέδρου Ομπάμα, που σε μεγάλο βαθμό κάλυψε το κενό εξουσίας και συνεννόησης στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το όνειρο μιας παγκόσμιας οικονομικής ρύθμισης είναι ακόμα μακρινό. Αυτό δεν οφείλεται, κατά τη γνώμη μου, στο ότι κάποιοι (οι ΗΠΑ ή οι νέες οικονομικές δυνάμεις που ευτυχώς συμμετέχουν πλέον στις διασκέψεις κορυφής των «ισχυρών») το επιθυμούν περισσότερο από άλλους (την Ευρωπαϊκή Ένωση, που προτιμά τη δική της «τάξη»). Ούτε, αντιστρόφως, οφείλεται σε εμπλοκές των συσχετισμών δυνάμεων εντός των δύο μεγάλων οικονομικών πόλων, τέτοιες που να καθιστούν τις ΗΠΑ καχύποπτες για ενδεχόμενη μετάθεση της υπεροχής στην Ευρωπαϊκή Ένωση στην περίπτωση μιας νέας παγκόσμιας οικονομικής αρχιτεκτονικής[46]. Η δυσκολία έγκειται στο ότι τόσο η Ευρωπαϊκή Ένωση (του Μπαρόζο, της Μέρκελ και του Σαρκοζί, αλλά και των σοσιαλδημοκρατών Μπράουν και Ρασμούσεν[47]), όσο και η Αμερική του «αλλάζω το οικονομικό μου παράδειγμα» Ομπάμα ουσιαστικά στηρίζουν ως μόνη γραμμή εξόδου από την κρίση τη λύση “business as usual plus extras”[48], όπου “extras” είναι ορισμένες ρυθμίσεις (πιο αυστηρή επίβλεψη των τραπεζών, ενίσχυση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, αλλαγές στους κανόνες κεφαλαιακής επάρκειας, νέα κίνητρα για επιχειρήσεις και τράπεζες) περισσότερο ενισχυτικές παρά ανατρεπτικές του ισχύοντος συστήματος[49]. Οφείλει να αναρωτηθεί κανείς αν, με τις σχεδόν ομόφωνες και διακομματικές παραδοχές που συνοδεύουν τον καπιταλισμό σήμερα, σε πείσμα όχι μόνο της κρίσης αλλά και της Ιστορίας, οποιαδήποτε εκλεγμένη κυβέρνηση, στο Δυτικό τουλάχιστον κόσμο, θα μπορούσε να ζητήσει κάτι περισσότερο από τέτοιες «σοφτ» αλλαγές. Οφείλει όμως επίσης να προβληματιστεί για το πώς θα μπορέσει η ανθρωπότητα –μέσω της πολιτικής- να απαλλαγεί από τα προβλήματα που η ίδια έχει δημιουργήσει, αν δεν κονταροχτυπηθεί κάποια στιγμή με τις βαθύτερες αιτίες τους –πόσο μάλιστα (αυτό το κείμενο είναι ένα πολύ ταπεινό παράδειγμα) όταν αυτές τις αιτίες τις γνωρίζει καλά.

Το συμπέρασμα από τα συμπεράσματα ίσως τελικά είναι ότι ΕΕ και ΗΠΑ φάνηκαν να διαφέρουν μέσα στην κρίση λιγότερο ως προς τη «φιλοσοφία των λύσεων» και περισσότερο ως προς τη «φιλοσοφία της πολιτικής δράσης», που υπαγορεύει και καλείται να υλοποιήσει τις λύσεις. Εμπνεόμενοι από την κλασική διάκριση του Ρόρτι[50] μεταξύ της «στάσης του θεατή» και της «στάσης του δρώντος», θα μπορούσαμε να πούμε ότι οι ΗΠΑ, υπό την καθοδήγηση του Ομπάμα, πήραν μέτρα όχι μόνο για να τα πάρουν, αλλά και για να πείσουν –τον εαυτό τους και την υπόλοιπη ανθρωπότητα- ότι οι δυσκολίες «δεν προδιαγράφουν με τελεσίδικο τρόπο και την κατάληξη της προσπάθειας» και ότι το χρέος μιας δημοκρατικής –πόσο μάλλον Αριστερής- κυβέρνησης είναι να επιχειρήσει να πάει μπροστά και να αλλάξει τα πράγματα προς το καλύτερο. Φοβούμαι ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση, ιδίως εκείνη που εκπροσωπεί ο προσφάτως επανεκλεγμένος Μπαρόζο, δεν έχει ούτε τις δομές ούτε τις δυνάμεις για να πιστέψει στην έστω «ρεφορμιστική» αλλαγή (προτύπου, μοντέλου, στάσης απέναντι στα πράγματα) και κυρίως δεν διαθέτει μια «κοινωνία» πρόθυμη να της παράσχει την απαραίτητη για μια τέτοια ανηφορική προσπάθεια στήριξη. Ενώ η Ευρώπη ψάχνει τη συνοχή και τους ηγέτες της, οι ΗΠΑ του Ομπάμα μπορούν, με τα λόγια ενός μεγάλου Ευρωπαίου[51], να αντιμετωπίσουν την κρίση «ως μια εθνική και παγκόσμια επείγουσα ανάγκη» -και αυτό έκαναν, μέσα στα πλαίσια του συστήματος, στην περίσταση που εξετάσαμε. Με τα δικά μου λόγια: οι ΗΠΑ έχουν ένα πραγματικό πολιτικό σύστημα, με δυναμική να ανανεώνεται μέσα από τις κρίσεις, η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν διαθέτει τη (συλλογική) πολιτική ισχύ, που θα της επέτρεπε να πάει μπροστά όχι ως Κράτος (που δεν είναι και δεν θα γίνει), αλλά ως Πολιτεία[52] (που, αν δε γίνει, θα καταστήσει ανενεργό το όλο ευρωπαϊκό πολιτικό σχέδιο). Το ζήτημα του (άμεσου) μέλλοντος είναι αν οι πολίτες και οι ηγέτες της Ευρώπης επιθυμούν να δώσουν διέξοδο ή έστω έχουν συνείδηση αυτής της δυσκολίας, που είναι ταυτόχρονα ανάγκη και πρόκληση υπέρβασης.

 

Κώστας Μποτόπουλος

Συνταγματολόγος, πρώην Ευρωβουλευτής

 



[1] Βλ. Κ. Σημίτη, Η κρίση, εκδ. Πόλις, 2009, σελ. 92-93.

[2] “En la matiere l’ Europe bricole”, κατά την προσφυή έκφραση της εφημερίδας Le Monde, στην επιφυλλίδα της 30ης Σεπτεμβρίου 2008 με τίτλο “Que peut faire l’ Europe?” (τι μπορεί να κάνει η Ευρώπη;)

[3] US Congressional Research Service, “The Global Financial Crisis: Analysis and Policy Implications”, 2009, σελ. 59.

[4] Ελ. Παπαδάκη, «Το δεύτερο βήμα της Ευρώπης», στα Νέα, 23 Οκτωβρίου 2009.

[5] Βλ. στα Νέα, 30 Οκτωβρίου 2008.

[6] Με βάση τα αναγγελθέντα «εθνικά σχέδια», μόνο η Μεγάλη Βρετανία, η Γερμανία (σε δύο δόσεις) και η Ισπανία εκπλήρωσαν αυτή τους την υποχρέωση.

[7] Χαρακτηριστικό μάλιστα είναι ότι οι αρχηγοί κρατών και κυβερνήσεων της ΕΕ κατέληξαν στην οριστική συμφωνία για το «ξεμπλοκάρισμα» του ιλιγγιώδους αυτού ποσού των 5 δις από τον κοινό προϋπολογισμό μόλις … στις 20 Μαρτίου, δηλαδή μόλις 4 μήνες μετά τη δημοσιοποίηση του συνολικού σχεδίου ανάκαμψης και 2 μήνες πριν από το τέλος της θητείας των οργάνων σε αυτή την ευρωπαϊκή θητεία.

[8] Όπως γίνεται στην ανάλυση του σχεδίου στο www.europedia.moussis.eu

[9] Το ίδιο κάνουν εξάλλου και άλλοι διεθνείς πολιτικοί αντίπαλοί του: ο Μισέλ Ροκάρ παραδέχεται ότι ο Σαρκοζί, «μετά από μια κακή αρχή, κατάφερε να κινητοποιήσει έξυπνα τους λαούς της Ευρώπης για να αντιμετωπίσουν και την οικονομική διάσταση της κρίσης», Le Monde, 2-3 Νοεμβρίου 2008, ενώ και ο Χέλμουτ Σμιτ του αναγνωρίζει ότι «για το μεσοπρόθεσμο ορίζοντα» (σε αντιπαραβολή με τα μέτρα ανάγκης) «είχε κάποιες ιδέες ενδιαφέρουσες και ορθές», Le Monde, 4 Νοεμβρίου 2008.

[10] Βλ. «Les pistes des reformes anoncees par le quator europeen reuni a Pris a l’ initiative de Nicolas Sarkozy”, Le Monde, 7 Οκτωβρίου 2008.

[11] Κάτι που φαίνεται να αγνοεί ο Πολ Κρούγκμαν στην κριτική που άσκησε κατά της ΕΚΤ (στα Νέα, 19 Μαρτίου 2009).

[12] Βλ. Τα Νέα, 30 Οκτωβρίου 2008.

[13] Βλ. Communication from the Commission, «From Financial Crisis to Recovery: A European Framework for Action”, European Commission, 29 Οκτωβρίου 2008.

[14] Βλ. Βιοτεχνικά Θέματα, Νοέμβριος-Δεκέμβριος 2008.

[15] Βλ. Report (chaired by Jacques Larosiere), The High Level Group on Financial Supervision in the EU, 25 Φεβρουαρίου 2009. Η Επιτροπή της ΕΕ υιοθέτησε τις βασικές συστάσεις της «Επιτροπής Larosiere» στις 4 Μαρτίου του 2009 και δεσμεύθηκε να προωθήσει τις νομοθετικές ρυθμίσεις που απαιτούνται ως το τέλος του 2009. Στις αρχές Νοεμβρίου, που γράφονται αυτές οι γραμμές, οι ρυθμίσεις αναμένονται…

[16] Κ. Μποτόπουλος, «Ευρώπη και κρίση», στη Ναυτεμπορική, 22 Δεκεμβρίου 2008.

[17] Pervenche Beres, “L’ Europe dans un angle mort », Le Monde, 14 Νοεμβρίου 2008. Στο ίδιο μήκος κύματος και ο Denis Mac Shane, «L’ audace d’ Obama et la cacophonie de l’ Europe”, Le Monde, 12 Φεβρουαρίου 2009.

[18] Κ. Σημίτης, ό.π., σελ. 130-131, όπου και αναλυτικά στοιχεία για τα εθνικά σχέδια πολλών χωρών.

[19] Ειδική αναφορά κάνει ο Jacques Delors (EuObserver, 18 Μαρτίου 2009), αλλά και οι Giscard d’ Estaing (Le Monde, 13 Ιανουαρίου 2009) και Helmut Schmidt (Le Monde, 4 Νοεμβρίου 2008).

[20] Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το «σύρσιμο», κυριολεκτικά, της Επιτροπής και του αρμόδιου Επιτρόπου Μακ Κρίβι στη λήψη θεσμικών μέτρων, όπως για τον έλεγχο των κερδοσκοπικών επενδυτικών κεφαλαίων (hedge funds) –βλ. Ημερησία, 10 Απριλίου 2009. Καθοριστικός για την έστω και στα χαρτιά κινητοποίηση της Επιτροπής σε αυτή και σε άλλες παρόμοιες περιπτώσεις (όχι όμως σε πιο «επαναστατικά» μέτρα, όπως η καθιέρωση «ευρω-ομολόγου») ήταν ο ρόλος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.

[21] Εν πολλοίς, κατά τον Πόλ Κρούγκμαν, εξαιτίας του «χάους» που άφησε πίσω του ο προκάτοχος του Μπερνάνκι, ο κατά τα άλλα γκουρού των μονεταριστών Αλαν Γκρίνσπαν. Βλ. Πολ Κρούγκμαν «Η κρίση του 2008 και η επιστροφή των οικονομικών της ύφεσης», εκδ. Καστανώτη, 2009, σελ. 207.

[22] Βλ. “Not yet the last resort”, στο Economist, 11 Οκτωβρίου 2008.

[23] Για “quantitative easing” κάνει λόγο ο Economist, idem. Είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον ότι διαφορετική άποψη, ότι πρόκειται δηλαδή για κρίση χρεοκοπίας των τραπεζών (insolvency) που χρειάζεται «δομική» και όχι «ποσοτική» αντιμετώπιση, εκφράζει ο κατεξοχήν «ορθόδοξος» αρθρογράφος των Financial Times, Martin Wolf (βλ. την επιφυλλίδα του στη Le Monde, 17 Φεβρουαρίου).

[24] Βλ. Τα Νέα, «Νέο σχέδιο 800 δις δολ. από ΗΠΑ», 26 Νοεμβρίου 2008.

[25] Κ. Σημίτης, ό., π., σελ. 16

[26] Έναν περίπου μήνα αργότερα, στις 23 Μαρτίου, η κυβέρνηση Ομπάμα ανακοίνωσε νέο σχέδιο για την απομάκρυνση των λεγόμενων «τοξικών επενδύσεων» από το ενεργητικό τραπεζών, ύψους 1 τρις δολαρίων, με συμμετοχή τόσο του δημόσιου όσο και του ιδιωτικού τομέα. Η συμβολή του δημοσίου τομέα, ύψους μέχρι 100 δις δολ., που θα χρησιμοποιηθεί για τη χορήγηση χαμηλότοκων δανείων σε ιδιώτες επενδυτές ώστε να αποκτήσουν «αμφιλεγόμενης αξίας» ομόλογα από τις τράπεζες, προβλέφθηκε να αντληθεί από το υπόλοιπο του «ταμείου Πόλσον».

[27] Martin Wolf, ό.π.

[28] Χωρίς τη στήριξη ούτε ενός Ρεπουμπλικανού στη Βουλή των Αντιπροσώπων και μόνο 3 στη Γερουσία. Εύκολο να καταλάβει κανείς το γιατί αν δει τις συγκεκριμένες επιλογές.

[29] Βλ. αναλυτικά, American Recovery and Reinvestment Act of 2009, www.en.wikipedia.org.

[30] Στην ίδια ομιλία ο Ομπάμα υποσχέθηκε επίσης υγειονομική κάλ

 

Βιογραφικό

  • Βιογραφικό

    Γεννήθηκα το 1962 στην Αθήνα, από πατέρα δικαστή (τρίτη γενιά νομικών στην οικογένεια και μάλλον τελευταία) και μητέρα αρχαιολόγο, με πελοποννησιακή, εξ αμφοτέρων, καταγωγή.

    Περισσότερα...