Τρία πρόσφατα παραδείγματα, με πηγή γνώσης, αντίστοιχα, τον Τύπο, τη διήγηση ενός φίλου και το προσωπικό βίωμα: ο ξυλοδαρμός και, κυρίως, η απόπειρα κυριολεκτικού κουκουλώματος (αμφιβάλλω αν το χιούμορ των βιαιοπραγούντων συνέδεσε την πράξη με το όνομα του αρμόδιου Υφυπουργού, είμαι όμως σίγουρος ότι είχε στόχο όχι μόνο να πετύχει αλλά και να αναδείξει την πραγματικού φίμωση) Δημάρχου, κατά τη διάρκεια επίσημης συνεδρίασης επίσημου οργάνου, επειδή τόλμησε να συζητήσει –ούτε καν να υποστηρίξει- τη δυνατότητα αποκομιδής των σκουπιδιών, σε έκτακτες περιπτώσεις, και από ιδιωτικές εταιρίες, κατ’ ανάθεση της δημόσιας Αρχής΄ το κλείδωμα των εξετάσεων γηραιάς ασθενούς στο συρτάρι κάποιου γραφείου, ώστε οι οικείοι της να μην μπορούν, σε μέρα απεργίας του νοσηλευτικού προσωπικού, όχι μόνο να ζητήσουν να της δοθεί σημασία εκεί που νοσηλευόταν αλλά ούτε καν να αποτανθούν σε μη απεργούν ίδρυμα΄ η αδυναμία (ακόμα και σήμερα, μια βδομάδα μετά την αρχή των γεγονότων) τεσσάρων δημοσίων αρχών (του ΚΕΠ, της Βουλής των Ελλήνων, ενός Υπουργείου και της Εισαγγελίας) να διευκρινήσουν, μεταξύ τους και στον ενδιαφερόμενο, ποια είναι αρμόδια, όχι για να εκδώσει, αλλά για να δεχθεί την αίτηση χορήγησης του απλούστερου πιστοποιητικού, δηλαδή ενός αποσπάσματος ποινικού μητρώου. Όλα αυτά τα εντελώς πραγματικά και εντελώς κοινά περιστατικά (ο καθένας θα μπορούσε, από προσωπική πείρα, να προσθέσει πολλά περισσότερα και ίσως και κωμικοτραγικότερα) έχουν ως κοινά στοιχεία την μη αποδοχή ή τη διαστρέβλωση της νομιμότητας στο όνομα υψηλότερων αρχών ή «ιδανικών» (όλοι όσοι ενήργησαν όπως ενήργησαν αναζητούν, αν τους ρωτήσεις, μια δικαιότερη κοινωνία και ένα αποτελεσματικότερο Κράτος σε έναν καλύτερο κόσμο), την άρνηση εκτέλεσης καθήκοντος με αιτιολογία την «ορθότερη» ερμηνεία για το πώς πρέπει να εκτελείται το καθήκον, τη διατάραξη της κοινωνικής λειτουργίας με στόχο την προστασία των κοινωνικών δικαιωμάτων. Και, δυστυχώς, αντλούν έμπνευση από αυτόν που θα έπρεπε να δίνει το αντίθετο παράδειγμα, το Κράτος.
Πολύ πρόχειρα ορισμένα γεγονότα-παραδείγματα του τελευταίου χρόνου: πορίσματα «εξεταστικών» Επιτροπών, που ερευνούν το ήδη αποδεδειγμένο, δεν βρίσκουν αποδείξεις και παρ’ όλα αυτά «κατηγορούν» δικαίους και αδίκους –γνωρίζοντας ότι και οι μεν δεν πρόκειται να καταδικασθούν και διαγκωνιζόμενοι ποιος θα επιδείξει κομματικότερο πνεύμα. Βαρύγδουπες θεσμικές επικαλύψεις (συνταγματική αναθεώρηση, δημοψήφισμα) αδυναμίας λήψης πρακτικών μέτρων. Νομοθετικές πρωτοβουλίες που δημοσιοποιούνται πριν προετοιμασθούν και μεταβάλλονται ή αναβάλλονται υπό το χτύπημα των οικείων βελών, απαξιώνοντας στη διαδρομή χρήσιμα διαβήματα. Εκτεταμένη ποινικοποίηση οικονομικών υποχρεώσεων, που δεν οδηγεί ούτε σε συμμόρφωση ούτε σε αύξηση των φορολογικών εσόδων. Διαρκής απειλή προστίμων, φυλακών, συλλήψεων, φρακτών, που ούτε υλοποιούνται ούτε φυλάσσουν ούτε ενισχύουν το αίσθημα συλλογικής ευθύνης. Υποχρεώσεις του κράτους που δεν τηρούνται (όπως η επιστροφή του ΦΠΑ), ώστε να δίνουν πρόσχημα στους πολίτες να μην τηρούν και τις δικές τους. Μέτρα ή «απαγορεύσεις», όπως αυτή του καπνίσματος σε δημόσιους χώρους, που επιβάλλονται, εξαγγέλλονται, ξανα-εξαγγέλλονται και αποδεικνύεται αδύνατο, και την πρώτη και τη δεύτερη και τη τρίτη φορά, να τηρηθούν. Αλλά και, με πιο επίσημο τρόπο, διαρκείς, παρά τις περί του αντιθέτου διαβεβαιώσεις, θεσμοθετήσεις ή επιβραβεύσεις μη νόμιμων συμπεριφορών: φορολογική «περαίωση», «νομιμοποίηση» αυθαιρέτων, διευκολύνσεις για την επανεισαγωγή παράνομα εξαχθέντος συναλλάγματος, αδυναμία τιμωρίας όχι μόνο μεγαλο-οφειλετών αλλά και των διαφόρων «Ψωμιάδηδων».
Κοινός παρονομαστής: στο όνομα μιας δήθεν πιο σκληρής νομιμότητας, εθιζόμαστε συλλογικά στην παρανομία. Αντί η Πολιτεία να δίνει το παράδειγμα με τη δική της στάση και ο κάθε πολίτης να προσπαθεί πρώτα να είναι εντάξει με τις δικές του υποχρεώσεις, τα φορτώνουμε όλα στο «γενικό κακό» και συνεχίζουμε να το τρέφουμε. Και όπου γίνεται απόπειρα να καταργηθεί ή να διορθωθεί κάποια προφανής παρανομία ή εξόφθαλμη καταστρατήγηση του πνεύματος του νόμου, αναλαμβάνουν αντιστασιακή δράση οι διάφοροι –νομιμοποιημένοι ή αυτόκλητοι- υπερασπιστές ειδικών συμφερόντων: δεν άκουσα ακόμα κανέναν συνδικαλιστή, μαζί με τις πολλές εύλογες, από την πλευρά του, αντιρρήσεις σε κυβερνητικά μέτρα, να συνηγορήσει υπέρ της κατάργησης των επιδομάτων προθέρμανσης αυτοκινήτου, καυσοξύλων, πλυσίματος χεριών, μεταφοράς φακέλου ή έγκαιρης προσέλευσης (που θυμίζει αρκετά την ειδική χρηματική επιβράβευση των βουλευτών για συμμετοχή στις Επιτροπές στις οποίες είναι υποχρέωσή τους να συμμετέχουν) και άλλων πολλών, εξίσου σουρεαλιστικών στο χαρτί αλλά υπαρκτών στο φύλλο μισθοδοσίας δημοσίων υπαλλήλων (η μεγάλη πλειοψηφία των οποίων, βιάζομαι να προσθέσω, θα ήταν ευτυχής αν έπαιρνε έναν αξιοπρεπή μισθό χωρίς τέτοια «βοηθήματα»).
Δεν ανήκω σε εκείνους οι οποίοι, στο όνομα της ευρυθμίας και της αποτελεσματικότητας, θα ήταν έτοιμοι να δεχτούν υποχωρήσεις στον τομέα των δικαιωμάτων. Έχω πει και επαναλαμβάνω ότι, παρόλο που χτυπάει τη ραχοκοκαλιά της καθημερινότητας, το δικαίωμα της απεργίας, ακόμα και της επαναλαμβανόμενης απεργίας, είναι απαραβίαστο και έχει μόνο τα όρια που του θέτει το Σύνταγμα και η Δικαιοσύνη. Σε εποχές κρίσης όπως η σημερινή, εκδηλώσεις όπως των «Αγανακτισμένων», ακόμα και αν στην πορεία ξεθωριάζουν και χειραγωγούνται, ακόμα και αν «απαλλοτριώνουν» ως μη όφειλαν κοινούς χώρους των πόλεων, είναι, κατά τη γνώμη μου, περισσότερο δείγματα ζωτικότητας παρά κακοποίησης της Δημοκρατίας. Το ζήτημα είναι το ξεπέρασμα του μέτρου και του αυτοελέγχου, ώστε να μη διαταράσσεται πέρα από ένα ανεκτό όριο η κοινωνική ζωή. Από αυτή την άποψη, και σύμφωνα με τα παραπάνω, ενώ δέχομαι ότι η άσκηση του δικαιώματος της διαδήλωσης θα δημιουργήσει κάποιες ενοχλήσεις στον τόπο όπου λαμβάνει χώρα, δεν μπορώ να αντιληφθώ γιατί αυτό το δικαίωμα δεν ρυθμίζεται ώστε να προκαλεί τις μικρότερες δυνατές ενοχλήσεις –κάτι, εξάλλου, για το οποίο η παρούσα κυβέρνηση έχει δεσμευτεί, ήδη από τον περασμένο Μάρτιο.
Η γιγάντωση της ανομίας, με συμμετοχή κράτους και πολιτών, μέσα στον κοινωνικό ιστό είναι εξίσου αν όχι περισσότερο επικίνδυνη από την ίδια την κρίση: γιατί εμποδίζει την αναγκαία, για την υπέρβαση της κρίσης, αλλαγή νοοτροπίας, αλλά και γιατί, αν ριζώσει, θα είναι πάντα παρούσα, ακόμα και αν ξεπεράσουμε την κρίση.
-----------------------------------------------------------------------------------------
Βεβαιως δεν εννοώ την προφανή απάντηση οτι πρέπει ... οι παρανομούντες να πάψουν να παρανομούν. Εννοώ τι πρέπει να κάνουν εκείνοι που έχουν την ευθύνη εφαρμογής των νόμων καθώς και εκείνοι που η ανομία θίγει τις εκπεφρασμένες αρχές τους, για να επιβάλλουν την ελλείπουσα ολοκλήρωση της αντίδρασης του Κράτους Δικαίου. Με άλλου λόγους να προκαλέσουν την επιβολή κυρώσεων στου παρανομούντες. Και, δεν αναφέρομαι μόνο σε εκείνους του δυστυχείς (κυρίως νεαρούς που κρύβονται πίσω από τον μύθο της μαζικότητας) και κάνουν αυτό που κάνουν αλλά τους κατ’ εξοχήν υπεύθυνους ηγέτες όπως λ.χ. είναι οι πρυτάνεις. Δεν έπρεπε να διώκονται τουλάχιστο για παράβαση καθήκοντος και για απιστία;
Γιατί δεν γίνεται αυτό; Εκεί, κατά την άποψη μου, βρίσκεται και αποκορύφωση του φαινομένου και της δυσλειτουργίας του Κράτους Δικαίου, που ως γνωστόν δεν μπορεί να λειτουργήσει όταν όλοι οι παράγοντές του δεν συντονιζονται ο καθένας στα δικά του καθήκοντα. Σε αυτό το σχήμα και εμείς (εννοώ οι διανοούμενοι και επαγγελματίες του είδους) έχουμε τις δικές μας ευθύνες. Το λέω ευθέρω, αν είμουν εν ενεργεία καθηγητής θα είχα καταμυνήσει για λόγους αρχής τον όποιο πρύτανή μου αποφάσιζε να κλείσει το πανεπιστήμιό μου ή θα δήλωνε οτι δεν εφαρμόζει τον Νόμο.
Το ζήτημα αξίζει να συζητηθεί, νομίζω.
---------------------------------------------------------------------------------------
Αγαπητέ κύριε Σοφούλη,
Διάβασα με πολύ ενδιαφέρον τα σχόλια σας στο πρόσφατο άρθρο μου στο ηλεκτρονικό περιοδικό ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ. Σας ευχαριστώ γι' αυτά και σε μεγάλο βαθμό συμφωνώ μαζί σας.
Το ζητούμενο δεν είναι, πράγματι, η περιγραφή της παθογένειας. Όμως έχει και αυτή τη σημασία της, υπό την έννοια της ανάδειξης της έκτασης του φαινομένου σε τόσες πολλές πτυχές της δημόσιας και ιδιωτικής ζωής. Αυτή, σε κάθε περίπτωση, μου ζητήθηκε από το περιοδικό.
Όσο για τη λύση, είναι μάλλον απλή -την διατυπώσατε κι εσείς- και αποτελεί λήψη του ζητουμένου: άρση της παρανομίας. Αφενός από το κράτος -εξού και η επιμονή μου στην ευθύνη του κράτους στη συνδιαμόρφωση της παρανομίας- και μάλιστα όχι μόνο κατασταλτικά αλλά και οιονεί προληπτικά -εξού και το παράδειγμά μου, διόλου πρωτότυπο αλλά διαρκώς επανερχόμενο, της ορθολογικής ρύθμισης των διαδηλώσεων, ώστε να μην παραλύει η πόλη. Αφετέρου από τη λεγόμενη "κοινωνία των πολιτών", αλλά και από τους μεμονωμένους πολίτες, που ενοχλούνται ή θίγονται από την παρανομία: εδώ ταιριάζει το δικό σας πανεπιστημιακό παράδειγμα. Δεν είστε ο μόνος που το επικαλείστε, παρατηρώ όμως, με ενδιαφέρον και ανησυχία, ότι κανείς εν ενεργεία συνάδελφός σας δεν έχει δράσει με τον απλό τρόπο που ορθά υποδεικνύετε.
Παρότι νιώθω ότι το κείμενο μου σάς άφησε (όχι αδικαιολόγητα) μια γεύση ανικανοποίητου, θα συμφωνούσατε ίσως μαζί μου ότι και η τόσο κατηγορηματική και διόλου θεωρητική ανάδειξη, από "επαγγελματίες των θεσμών", της νομιμοποίησης μιας ανομίας που έχει πια εισέλθει στον κοινωνικό ιστό, παίζει, έστω και μόνο ως προειδοποίηση-καμπάνα, έναν, αν μη τι άλλο, παιδευτικό ρόλο.
Και πάλι σας ευχαριστώ που σκύψατε πάνω στο κείμενό μου.
Με εκτίμηση και φιλικά αισθήματα
Κ. Μποτόπουλος


Social Media