Καλοκαιρινά μαθηματικά

Τα Νέα 17/08/2010

Το ελληνικό καλοκαίρι, εκτός από τις άλλες του ιαματικές ιδιότητες, είναι φτιαγμένο για να αλλάζει και τη θέαση των πραγμάτων. Το σπάσιμο του ρυθμού, η ραθυμία της ζέστης, η συμμετοχή στην παγκόσμια δημοκρατία της παραλίας, το αλάφρωμα της καθημερινότητας, η ευεξία του φωτός, όλα αυτά (με μια βασική προϋπόθεση, γιατί η μοναξιά είναι ακόμα πιο ασήκωτη το καλοκαίρι) όχι μόνο γεμίζουν τις μπαταρίες μας αλλά καθαρίζουν και το μυαλό μας. Ακόμα και σε καιρούς κρίσης και Μνημονίου.

Ίσως μάλιστα ιδίως σε καιρούς κρίσης και Μνημονίου. Γιατί, παρόλο που το ελληνικό καλοκαίρι δεν μπορεί να μας κάνει ούτε να ξεχάσουμε ούτε να υποτιμήσουμε τη δυσκολία των στιγμών και τον ανήφορο του άμεσου μέλλοντος, η αλλαγή ματιάς διευκολύνει μια σειρά από χρήσιμες συγκρίσεις και σχετικοποιήσεις. Τι είναι αίφνης υγιέστερο, η άγνοια της πραγματικότητας, η εξαπάτηση από την εξουσία και η κρυφή πορεία προς τον τοίχο, ή το σπάσιμο του αποστήματος, η συνειδητοποίηση των ευθυνών και η αρχή μιας πορείας αντιμετώπισης πραγματικών και βαθύτατων προβλημάτων;

Ποια είναι επωφελέστερη για τον τόπο: μια κυβέρνηση που παρ’ όλες τις ατέλειες της, τις αντικειμενικές δυσκολίες και τις τρικλοποδιές που βάζει στον εαυτό της (με την ιδιαίτερα άνιση σύνθεσή της, την μετεκλογική επανάληψη του «λεφτά υπάρχουν», την αυτοακύρωση της πρωτοπόρας διαδικασίας επιλογής αξιωματούχων, την επιμονή, σήμερα, σε εξαγγελίες «κοινωνικών μνημονίων»), έχει πάρει περισσότερο από σοβαρά την υπόθεση των μεταρρυθμίσεων, ή μια κατάσταση (για να μη σταθώ μόνο στο βατερλώ της τελευταίας νεοδημοκρατικής διακυβέρνησης) διαρκούς τέλματος, αποφυγής κάθε κίνησης και ρήξης, μετάθεσης της ευθύνης και απονάρκωσης της κοινωνίας; Και τι, τελικά, είναι (αποστρέφομαι την έκφραση, αλλά τη χρησιμοποιώ ακριβώς για να απαντήσω στους καταχραστές της) «εθνικά αξιοπρεπέστερο»: να συνεχίζαμε τον εγκλεισμό σε μια προ πολλού χαμένη εθνική μοναξιά και περηφάνια, χάνοντας το ένα μετά το άλλο τα τρένα της συλλογικής προόδου και εφευρίσκοντας ως άλλοθι παγκόσμιες εναντίον μας συνωμοσίες, ή τώρα που αποφασίσαμε να ζητήσουμε και να χρησιμοποιήσουμε την (τσιγγούνικη, είναι η αλήθεια) αλληλεγγύη των εταίρων μας στον κόσμο, χάνοντας ασφαλώς πολλά περιθώρια κινήσεων, αλλά διατηρώντας το σημαντικότερο, το δικαίωμα στην επιβίωση και την αναδημιουργία;

Με την απόσταση μιας κάποιας ανάσας μπορούμε να δούμε το δεκάμηνο που πέρασε (ένα δεκάμηνο στο οποίο αλλάξαμε εργατικό δίκαιο, αλλά δεν βρήκαμε γραμματέα για τις ευρωπαϊκές υποθέσεις) ως αυτό που είναι. Πέρα από τα μεγάλα, αλλά άγονα, διλήμματα, που κάποιοι προσπαθούν να επιβάλλουν: Ελλάδα της υποτέλειας ή της προσκόλλησης στον «ανάδελφο» χαρακτήρα της, του λαού της ή του κεφαλαίου, υπέρ ή κατά του Μνημονίου. Ζούμε την αρχή μιας νέας, δύσκολης, άδικης από πολλές απόψεις, αλλά αναπόφευκτης και δυνητικά δημιουργικής σελίδας. Ένας νηφάλιος ισολογισμός θα έδειχνε αμέσως τα προβλήματα: εξοικονόμηση αλλά όχι έσοδα – σφίξιμο αλλά όχι εξορθολογισμός του κράτους – βαριές θυσίες αλλά βέβαιη ύφεση – σιωπηρή κοινωνική αναμονή αλλά όχι συναίνεση. Μπορούμε, και πρέπει –προσωπικά το έχω κάνει και θα συνεχίσω-, να ζητάμε περισσότερα από την  κυβέρνηση: περισσότερη ομοιογένεια, περισσότερη καθαρότητα, περισσότερη αξιοκρατία, περισσότερη φαντασία, περισσότερη τόλμη. Όπως, όμως, είναι παράλογο να εξισώνουμε δέκα μέρες διακοπών με εντεκάμιση μήνες δουλειάς, έτσι είναι άδικο να θεωρούμε ότι τα πολλά που μένουν να γίνουν (το μοίρασμα των βαρών, η δικαιοσύνη, η ανάπτυξη, η ανάταση) έχουν ήδη εξουδετερώσει το μεγάλο νέο αυτού του καλοκαιριού: την επανεμφάνιση μιας αίσθησης συλλογικής προσπάθειας. Για να μείνει βέβαια ζωντανή αυτή η αίσθηση, και να δώσει αποτελέσματα, απαιτούνται χειμώνες εντελώς άλλων ρυθμών.

 

Βιογραφικό

  • Βιογραφικό

    Γεννήθηκα το 1962 στην Αθήνα, από πατέρα δικαστή (τρίτη γενιά νομικών στην οικογένεια και μάλλον τελευταία) και μητέρα αρχαιολόγο, με πελοποννησιακή, εξ αμφοτέρων, καταγωγή.

    Περισσότερα...