Πώς η Ελλάδα έγινε ο λαγός της Ευρώπης

Από τον «ελληνικό μηχανισμό» στο «ευρωπαϊκό σχέδιο»

www.euro2day.gr, 14/05/2010

Κάθε βδομάδα που περνά φέρνει μεγάλες εξελίξεις και ανατροπές στο μέτωπο της κρίσης. Μετά τον αναθεωρημένο μηχανισμό βοήθειας προς την Ελλάδα και την ουσιαστική αλλαγή κυβερνητικής πολιτικής με το νόμο που ψηφίστηκε κατεπειγόντως από τη Βουλή την περασμένη Πέμπτη (μαζί με το Μνημόνιο Συνεργασίας Ελλάδας-ΕΕ-ΔΝΤ –βλ. άρθρο μου της 7 Μαΐου 2010 στο Euro2day), είχαμε, την περασμένη Κυριακή, την αναγγελία του Ευρωπαϊκού «σταθεροποιητικού σχεδίου». Δικαιωθήκαμε, έτσι, όσοι βλέπαμε την ελληνική περίπτωση ως δοκιμαστήριο μιας βαθύτερης και γενικότερης ευρωπαϊκής μετεξέλιξης.

Με καθυστέρηση που έβλαψε καθοριστικά την Ελλάδα, η Ευρωπαϊκή Ένωση αποφάσισε

α) ότι η κρίση δεν είναι μόνο ελληνική, β) ότι ο κίνδυνος για το ευρώ είναι άμεσος και υπαρκτός, γ) ότι το μέγεθος του προβλήματος απαιτεί αναλόγου μεγέθους απάντηση, δ) ότι η απάντηση αυτή δεν μπορεί παρά να είναι κοινή –για την Ευρωζώνη, αλλά και για ολόκληρη την Ένωση, ε) ότι η πολιτικοποίηση των λύσεων είναι όχι μόνο αναπόφευκτη, αλλά και αναγκαία.

Κάλλιο αργά παρά ποτέ, θα έλεγαν οι περισσότεροι. Ισχύει. Μια ματιά, όμως, τόσο στα κύρια χαρακτηριστικά όσο και στα ψιλά γράμματα της συμφωνίας της 10ης Μαΐου, πείθουν ότι η ανησυχία και η επαγρύπνηση συνεχίζουν να είναι προσφορότερες από την αισιοδοξία και την ανακούφιση.

το ευρωπαϊκό σχέδιο είναι ακόμα πιο περίπλοκο και «ανοιχτό» από τον ελληνικό μηχανισμό. Περιλαμβάνει 5 (ζωή να’ χουν) συμ-μετόχους διαφορετικών επιπέδων, ταχυτήτων και λογικών: α) την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, στην οποία επετράπη, κατ’ απόλυτη εξαίρεση, να δανειστεί 60 δις ευρώ (από τον κοινοτικό προϋπολογισμό) για να δανείσει τις χώρες που ενδεχομένως αντιμετωπίσουν προβλήματα στο άμεσο μέλλον, β) όλες τις χώρες της Ευρωζώνης, που εγγυήθηκαν ότι θα δημιουργήσουν ένα είδος Ταμείου Σταθερότητας με (εθνικούς) πόρους ύψους 440 δις ευρώ, γ) το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, που συμφώνησε να συμμετάσχει με δάνεια στο μισό της συνεισφοράς των κρατών-μελών, δηλαδή με πόρους ύψους 250 δις ευρώ, δ) την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, η οποία, κόντρα στις αρχές της, το Καταστατικό της και δηλώσεις του Διοικητή της κυρίου Τρισέ τρεις μόλις μέρες πριν από την οριστικοποίηση της συμφωνίας, δεσμεύτηκε να αγοράσει από τις ευρωπαϊκές τράπεζες τα ομόλογα των «εύθραυστων» χωρών, εγγυώμενη κατ’ αυτό τον τρόπο τη διάθεση και αποπληρωμή τους ανεξαρτήτως πιστοληπτικής διαβάθμισης, ε) τις Κεντρικές Τράπεζες χωρών εκτός Ευρωζώνης, όπως η Αμερικανική Federal Reserve, αλλά και η Κεντρική Τράπεζα της Βραζιλίας (η Κίνα έχει πια τη δύναμη να μας κάνει να περιμένουμε), οι οποίες συμφώνησαν να προχωρήσουν σύντομα σε ανταλλαγές και αλληλο-στηρίξεις νομισμάτων, ώστε να σταθεροποιηθεί το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα.

Το σχέδιο έχει μεν πρωτοφανές συνολικό ύψος (750 δις ευρώ), δεν πρέπει να μας διαφεύγει όμως ότι αυτά είναι virtual χρήματα –συμφωνίες ότι θα βρεθούν, εάν χρειασθεί και κατόπιν επανξέτασης, και όχι άμεσα δάνεια, όπως στην περίπτωση του αναθεωρημένου ελληνικού μηχανισμού (από τον οποίο, εξάλλου, έγινε ήδη η πρώτη εκταμίευση). Το σχέδιο είναι, επίσης, «ανοιχτό», γιατί, ενώ έχει καταρχήν περιορισμένο χρονικό ορίζοντα (3ετίας), όλα δείχνουν ότι θα αποκτήσει χαρακτηριστικά μονιμότητας (η Επιτροπή άφησε ήδη σαφώς να εννοηθεί ότι θα μελετηθεί και θα καθιερωθεί ένα είδος «Ευρωπαϊκού Νομισματικού Ταμείου», που θα αντικαταστήσει τον προσωρινό μηχανισμό της 10ης Μαΐου –βλ. δηλώσεις Όλι Ρεν αμέσως μετά την υιοθέτηση του ευρωπαϊκού σχεδίου). Το σχέδιο είναι, τέλος, έκθετο στην κριτική του ανοίγματος της μεγάλης (ευρωπαϊκής) μετά τη μικρή (ελληνική) πόρτα στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, του οποίου η συμμετοχή στους μηχανισμούς της Ευρωζώνης γενικεύεται, παγιώνεται και επισημοποιείται –γεγονός που εκθέτει, επίσης, και όσους βιάστηκαν στην Ελλάδα να κατηγορήσουν την κυβέρνηση ότι μόνο στη δική μας περίπτωση θα είχαμε εμπλοκή του ΔΝΤ και ότι θα μπορούσαμε να την είχαμε αποφύγει.               

αποδείχτηκε ότι, όταν υπάρχει πολιτική βούληση, κανένα νομικό ή θεσμικό εμπόδιο δεν είναι καθοριστικό. Η ευρωπαϊκή συμφωνία, όπως ο ελληνικός μηχανισμός –και ακόμα περισσότερο- «εφευρέθηκε» από το πουθενά, χωρίς δηλαδή να υπάρχει ρητή πρόβλεψη ή έστω στέρεα νομική βάση. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά, μπροστά στην πίεση των αγορών και τον τρόμο των Ευρωπαίων για άμεση μετάγγιση του «ελληνικού ιού» (που όλοι, από την αρχή, γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν ότι δεν είχε τίποτα το αμιγώς ελληνικό, αποτελούσε απλώς την πρώτη και πιο αδύναμη πύλη επίθεσης σε όλη την Ευρωζώνη), η ευρωπαϊκή συμφωνία έκανε μια σειρά από υπερβάσεις που αντιστοιχούν σε ισάριθμα (δημοσιονομικά) προπατορικά αμαρτήματα:

α) ενώ στην ελληνική περίπτωση, η άμεση κοινοτική βοήθεια αποκλείστηκε με βάση τη λογική των πολλαπλών ρητρών «μη διάσωσης» (no bail out) της Συνθήκης Λειτουργίας, το ευρωπαϊκό σχέδιο επέτρεψε (όπως εξαρχής υποστηρίζαμε ότι μπορούσε να επιτρέψει) την κινητοποίηση του κοινοτικού προϋπολογισμού, με χρήση του άρθρου 122 της Συνθήκης, που προβλέπει κατ’ εξαίρεση βοήθεια σε χώρες της Ένωσης για «εξαιρετικά γεγονότα που εκφεύγουν του ελέγχου τους» (τι άλλο ήταν τα γεγονότα που είχε να αντιμετωπίσει η ελληνική κυβέρνηση μόλις ανέλαβε και γιατί δεν έγινε και τότε η ίδια ερμηνεία;),

β) η άμεση και απευθείας «αγορά χρεών» από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα ισοδυναμεί στην πράξη με την ως τώρα βδελυρά αποκρουόμενη «χρηματοποίηση του χρέους» (που είναι φτιαγμένο, σύμφωνα με τους κανόνες του παγκόσμιου καπιταλισμού, για να μένει διαρκώς άϋλο, μετέωρο και μηδέποτε αποπληρούμενο), ό,τι και να προσπαθεί εκ των υστέρων να συμμαζέψει ο ατυχής κύριος Τρισέ («όλη τη ρευστότητα που δίνουμε, θα την πάρουμε πίσω»). Και στην περίπτωση της Ελλάδας η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα έπαιξε το ρόλο του εγγυητή ρευστότητας, αφού όμως είχε «κλειδώσει» ο επαχθής ειδικός μηχανισμός και όχι πριν, προς αποφυγή του.

το σχέδιο συνοδεύτηκε από πολιτικές εξαγγελίες στην κατεύθυνση της «οικονομικής διακυβέρνησης» της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η εισήγηση που παρουσίασε η Επιτροπή δύο μέρες μετά την αναγγελία του ευρωπαϊκού σχεδίου, την Τετάρτη 12 Μαΐου (να λοιπόν που, όταν θέλει, ο κύριος Μπαρόζο μπορεί να κάνει τα άλογά του να τρέξουν γρήγορα) περιλαμβάνει τέσσερις βασικές προτάσεις:

α) ένα είδος «συνδιαμόρφωσης» των εθνικών προϋπολογισμών με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, μέσω υποβολής τους, πριν ψηφιστούν από τα εθνικά Κοινοβούλια, προς γνώση και συζήτηση στα κοινοτικά όργανα,

β) την αυστηρότερη εποπτεία εφαρμογής των κανόνων για το έλλειμμα και το χρέος υπό την απειλή αναστολής κοινοτικών χρηματοδοτήσεων -η παροχή των οποίων θα αρχίσει πλέον να είναι τμηματικότερη και πιο ελεγχόμενη και να εξαρτάται από το βαθμό τήρησης των κανόνων δημοσιονομικής πειθαρχίας εκ μέρους κάθε κράτους μέλους,

γ) την αντιμετώπιση των «διαφορών ανταγωνιστικότητας» μεταξύ των χωρών, μέσω εισαγωγής νέων δεικτών μέτρησης και της προώθησης «μεταρρυθμίσεων α-λα-καρτ», δηλαδή ανάλογα με τις ανάγκες χωρών ή περιοχών,

δ) την σύσταση ενός μόνιμου (μιας και μόνιμη φαίνεται ότι θα είναι και η κρίση) μηχανισμού διαχείρισης κρίσεων σε ενωσιακό επίπεδο. Αντίθετα, δεν υιοθετήθηκε, σε αυτήν τουλάχιστον τη φάση, και παρά την επιθυμία της κυρίας Μέρκελ (που δεν γνώρισε μία μόνο ήττα αυτή την εβδομάδα), ούτε η ιδέα της αλλαγής των Συνθηκών (το Σύμφωνο Σταθερότητας μπορεί να αλλάξει χωρίς «συνταγματικού τύπου» αναθεώρηση), ούτε η καθιέρωση διαδικασίας αποβολής κράτους μέλους από την Ευρωζώνη, όταν δεν εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του.

Κι εδώ σπάνε πολλά ευρωπαϊκά ταμπού και ανοίγουν πολλές ελληνικές πληγές:

- η Επιτροπή τολμά να αγγίξει το ιερό των ιερών και άδυτο των αδύτων της δημοσιονομικής πολιτικής, τον προϋπολογισμό. Μόνο που το κάνει υπό την άγαρμπη και δημοκρατικά αρκετά προβληματική μορφή της εποπτείας (κοινοποίησε μου τον προϋπολογισμό σου, για να σου πω αν είναι εντάξει) και όχι υπό την πολιτικά αναγκαία του συντονισμού (πες μου τα σχέδια σου, για να δούμε πώς θα δέσουν με τα σχέδια των άλλων κρατών μελών και της Ένωσης). Το κάνει επίσης, σε αυτή τουλάχιστον τη φάση, μόνο για τους εθνικούς προϋπολογισμούς, χωρίς λέξη για αναμόρφωση του μεγέθους (μικρότερος σήμερα του 1% του κοινοτικού ΑΕΠ), των δυνατοτήτων και των διαδικασιών του κοινοτικού προϋπολογισμού. Και το κάνει γνωρίζοντας πως ακριβώς η έλλειψη οποιουδήποτε παρόμοιου, ή και πολύ χαλαρότερου, ελέγχου στην περίπτωση της Ελλάδας (που επί διακυβέρνησης Καραμανλή δεν έκλεισε ποτέ προϋπολογισμό χωρίς να τον αναθεωρήσει) συνέβαλε αποφασιστικά στη διόγκωση του προβλήματός της και στη σημερινή της κατάσταση

- η πολιτική ώθηση των μεταρρυθμίσεων, κατόπιν συντονισμού, σημαίνει από μόνη της πολιτικοποίηση της οικονομικής διαδικασίας εντός της Ένωσης. Και πάλι, όμως, γίνεται υπό τον αστερισμό της απειλής (κυρώσεων) και υπό το τεχνοκρατικό εργαλείο των «δεικτών μέτρησης» (λες και το πρόβλημα ανταγωνιστικότητας στην Ευρώπη είναι πρόβλημα μέτρησης και όχι πρόβλημα δημιουργικότητας και φαντασίας). Και έρχεται, για την Ελλάδα, σε μια περίοδο κατά την οποία έχει ελάχιστα, μέσα στον κορσέ του Προγράμματος Σταθερότητας-Μνημονίου, περιθώρια κινήσεων εθνικής μεταρρυθμιστικής στρατηγικής

- χρησιμοποιείται, επιτέλους (βλ. άρθρο μου από 24 Απριλίου στο Euro2day), το νέο εργαλείο που εισέφερε η Συνθήκη της Λισαβόνας, το άρθρο 136, για να στηριχθούν πολιτικές οικονομικού συντονισμού, πέρα από το αυστηρά δημοσιονομικό πεδίο. Ίσως όμως είναι πια αργά. Η κρίση –και ο φόβος της- έχουν προχωρήσει τόσο, που ο όποιος εφικτός συντονισμός θα είναι μάλλον μόνο «προς τα κάτω»

- η αναγγελία μόνιμου μηχανισμού κρίσεων πονάει περισσότερο: αν υπήρχε, ή αν είχε δημιουργηθεί πιο γρήγορα, ίσως η αδυναμία δανεισμού –και άρα διαπραγμάτευσης- εκ μέρους της Ελλάδας να είχε μικρότερες διαστάσεις. Και να πει κανείς ότι η κρίση ήταν κάτι ξαφνικό…

το σχέδιο συνδέθηκε αναπόσπαστα με την εξαγγελία «Προγραμμάτων Σταθερότητας» ελληνικού τύπου από αρκετές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις. Η αναγγελία του σχεδίου ορθά έγινε αντιληπτή σαν προειδοποιητικό καμπανάκι και όχι σαν λήξη του συναγερμού. Άμεσα και εσπευσμένα σε Ισπανία, Πορτογαλία, εντελώς δραματικά στην ευρισκόμενη στα όρια του βαράθρου Ρουμανία (περίπτωση προς αποφυγή, όπως και η Ουγγαρία, αφού από το δάνειο του ΔΝΤ φαίνονται να περνούν κατευθείαν στη μόνιμη ύφεση και υποβάθμιση του επιπέδου διαβίωσης), έμμεσα αλλά σαφώς στην Ιταλία και τη Γαλλία, με προετοιμαζόμενη βεβαιότητα από τη νέα βρετανική κυβέρνηση, τα προγράμματα λιτότητας διαδέχονται την πρώτη διδάξασα (από το 2009) Ιρλανδία και την καταλύτη των εξελίξεων Ελλάδα. Σε όλες σχεδόν τις περιπτώσεις, όπως και στην Ελλάδα, έχουμε πάγωμα προσλήψεων, μείωση μισθών (25% στη Ρουμανία, έως 15% στην Ιρλανδία, 5% στην Ισπανία, στην Πορτογαλία προτιμήθηκε η φορολόγηση μόνο των υψηλόμισθων του δημόσιου τομέα), αύξηση του ΦΠΑ, αύξηση φόρων, εγκατάλειψη δημοσίων επενδύσεων. Αλλά και σε όλες τις χώρες (πλην Ρουμανίας, όπου τα μέτρα προσεγγίζουν την ανέχεια) τα προγράμματα ψηφίστηκαν ή προετοιμάζονται με διακομματική συναίνεση, κάτι που στη χώρα μας δεν έγινε ούτε καν από τα δύο δυνάμει κυβερνητικά –και κυβερνήσαντα- κόμματα.

ακόμα και ένα τέτοιας έντασης και έκτασης σχέδιο δεν «καλμάρησε» εντελώς τις αγορές. Μετά από μια μέρα εντυπωσιακής ανόδου των Χρηματιστηρίων, αμέσως μετά την αναγγελία της 10ης Μαΐου, τα σπρεντς ξανάρχισαν να ανεβαίνουν και, κυρίως, το ευρώ να κατρακυλά έναντι του δολαρίου. Οι φήμες και οι πιέσεις στους αδύναμους κρίκους δεν σταμάτησαν. Η αξιοπιστία του πακέτου και η πολιτική βούληση των ηγετών της Ευρώπης μένει να αποδειχθεί. Κακά σημάδια, μέσα στην πρώτη βδομάδα λειτουργίας υπό το νέο περιβάλλον

α) η αύξηση του δανεισμού των χωρών της Ευρωζώνης από την ΕΚΤ και όχι μεταξύ τους, κάτι που δείχνει αμφιβολία ιδίως για τη δυνατότητα «διάσωσης» των ασθενέστερων χωρών,

β) οι δηλώσεις του κυρίου Τρισέ για μη εκτύπωση νέου χρήματος από την ΕΚΤ και για βεβαιότητα επιβίωσης του ευρώ (όταν είσαι ήσυχος δεν κάνεις τέτοιες δηλώσεις),

γ) τα υψηλά διεθνή «στοιχήματα» -και οι αντίστοιχες κερδοσκοπικές κινήσεις- γύρω από περαιτέρω πτώση του ευρώ,

δ) η επίσης φοβισμένη, αλλά και βαθύτατα λανθασμένη, κατόπιν (ρηνανικής) εορτής άποψη της κυρίας Μέρκελ ότι «το ευρώ αντιπροσωπεύει το ευρωπαϊκό ιδεώδες» (το ευρώ είναι απλώς ένα εργαλείο, το ευρωπαϊκό ιδεώδες θα έπρεπε να βρίσκεται στην συνύπαρξη, την πολυμορφία και τη δημιουργία),

ε) ειδικά για την Ελλάδα, το μεγάλωμα, μέσα στην κρίση, της ψαλίδας ανάπτυξης με τους εταίρους μας (-2,3% η Ελλάδα, -0,2% οι λοιπές χώρες της Ευρωζώνης), καθώς και οι όλο και πιο συχνά εκφραζόμενες αμφιβολίες έγκυρων οικονομικών παραγόντων –από το «φίλο» Στίγκλιτς ως τον «κρύο Γερμανό» (αλλά και μεγάλο δανειστή μας, μέσω της Deutsche Bank, της οποίας προΐσταται) Γιόζεφ Άκερμαν- για το αν η χώρα μας θα τα καταφέρει (αφού, ως γνωστόν, ή τουλάχιστον ελπιζόμενον, η ζωή δεν λήγει το 2012).

Νέες συνθήκες, λοιπόν, για την Ευρώπη –όχι όμως για την Ελλάδα, αφού έχει το δικό της μηχανισμό και το δικό της πακέτο. Το ελληνικό, για να μην ξεχνιόμαστε, είναι μεγαλύτερο σε συγκριτικό όγκο (110 δις έναντι 750 για όλη την Ευρωζώνη). Είναι, όμως, πιο άκαμπτο, λιγότερο πολιτικό, λιγότερο αλληλέγγυο. Αυτό είναι το τίμημα που πληρώνει ο λαγός σε μια κούρσα μεγάλων αποστάσεων: βάζει τους συναθλητές του στο ρυθμό και αποσύρεται για να τους δει να τερματίζουν.

 

Βιογραφικό

  • Βιογραφικό

    Γεννήθηκα το 1962 στην Αθήνα, από πατέρα δικαστή (τρίτη γενιά νομικών στην οικογένεια και μάλλον τελευταία) και μητέρα αρχαιολόγο, με πελοποννησιακή, εξ αμφοτέρων, καταγωγή.

    Περισσότερα...