Το κλειστό κύκλωμα

Media και πολιτική την εποχή της κρίσης

Περιοδικό "Επίλογος" 2009

Για την κρίση έχουν γραφεί και ειπωθεί υπερβολικά πολλά –πριν μάλιστα ξεσπάσει στη σημερινή ορατή από όλους μορφή της. Στον ελληνικό ειδικά χώρο, και ειδικότερα στο χώρο των μέσων ενημέρωσης, όλα είναι κρίση. Η λέξη είναι πανταχού παρούσα, διαρκώς στο προσκήνιο και καλύπτει όλα τα πεδία: την πολιτική, φυσικά και δικαιολογημένα («κανείς δεν ενδιαφέρεται για το γενικό καλό», «όλοι οι πολιτικοί είναι διεφθαρμένοι»), την κοινωνία («πάμε διαρκώς προς τι πίσω», «ο ελληνισμός φθίνει»), τους θεσμούς («δεν υπάρχει κράτος»), τη γνώση και τις τέχνες («δεν μαθαίνουμε πια τίποτα και δεν παράγουμε τίποτα»), ακόμα και τον αθλητισμό («η Ευρώπη γελάει με τις ομάδες μας»). Φυσικά όλα αυτά δεν είναι άσχετα με την πραγματικότητα, σκιαγραφούν όμως μια πλαστή πραγματικότητα. Η κρίση, στην Ελλάδα όπως και αλλού, είναι φυσιολογικό μέρος της διαδικασίας της ζωής, πηγάζει από την τάση του ανθρώπου να ζητά το ανέφικτο και να απογοητεύεται με αυτό που έχει, να βλέπει «ανώτερες δυνάμεις» στο δρόμο μιας βελτίωσης που απλώς σκοντάφτει στην ατέλεια της ανθρώπινης φύσης και των ανθρώπινων κοινωνιών. Προσωπικά έχω πολλές φορές αναφερθεί στην κρίση (ιδίως τη θεσμική και την πνευματική), αλλά δεν διακατέχομαι από κανένα σύνδρομο ποσοτικής ελληνικής υστέρησης. Παρά τα προβλήματα, τις δυσλειτουργίες και τις ψυχικές μας τάσεις δεν βλέπω λιγότερο δυναμισμό και λιγότερες δυνατότητες ούτε στην ελληνική κοινωνία ούτε στην ελληνική πολιτική σκηνή ούτε στα βασικά πεδία γνώσης και πολιτισμού. Αρκεί βέβαια (και αυτό το «αρκεί» είναι όλη η ιστορία, ίσως ακόμα και όλη η ελληνική Ιστορία) να περάσουμε κάποια στιγμή από τη διαπίστωση στην προσπάθεια. Επειδή δεν το κάνουμε, αναφέρομαι συχνά στην ποιοτική υστέρηση των ελληνικών θεσμών, στην υπέρβαση της αόρατης γραμμής που χωρίζει τις πολλές αλλά αντιμετωπίσιμες ατέλειες με τις λίγες εκείνες αγκυλώσεις που εμποδίζουν ένα σύστημα να ανανεωθεί και να προχωρήσει.

Μια αναμφισβήτητη ελληνική ιδιαιτερότητα κρύβεται στην απόλυτη χαλαρότητα της σχέσης μεταξύ σκληρής κριτικής –όχι σπάνια και αυτοκριτικής- και δράσης για διόρθωση των κακώς κειμένων. Μετά ίσως την «κρίση», η πιο ταλαιπωρημένη σύγχρονη λέξη πρέπει να είναι η «αλλαγή»: την επικαλούμαστε διαρκώς και την εξευτελίζουμε με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, αφού στο όνομά της μένουμε –συλλογικά και ατομικά- διαρκώς στάσιμοι. Η «αλλαγή», όπως και η «κρίση», από σαλπίσματα ανάληψης ευθύνης μεταλλάσσονται σε βολικά καταφύγια αποφυγής κάθε πρωτοβουλίας. Κι εδώ ο ρόλος των μέσων ενημέρωσης αποδεικνύεται καταλυτικός.

Θεωρητικά ο ρόλος των μέσων ενημέρωσης δεν είναι να μας μαθαίνουν τον κόσμο (αυτό μόνο η εμπειρία το δίνει), ίσως ούτε καν να μας ανοίγουν τα μάτια (αυτός είναι ο ρόλος του σχολείου και του πανεπιστημίου, αυτής της άλλης πονεμένης ελληνικής ιστορίας), αλλά να μας κρατούν σε εγρήγορση: όχι τόσο «αποκαλύπτοντας» μας τι συμβαίνει, αλλά προειδοποιώντας μας καθημερινά ότι τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται, όπως το νομίζαμε και πολύ περισσότερο όπως ελπίζαμε ότι θα μπορούσε να είναι. Ειδικά στα δύσκολα –την εποχή δηλαδή μιας πραγματικής και πολυπλόκαμης κρίσης, όπως αυτή που βιώνουμε σήμερα, της οποίας μάλιστα οι ρίζες είχαν αρχίσει να βγαίνουν από το έδαφος τουλάχιστον την τελευταία δεκαετία- τα μέσα ενημέρωσης συνιστούν, εκ φύσεως, ένα παράθυρο στον κόσμο. Μπορούν να λειτουργήσουν επεξηγηματικά αλλά και εκτονωτικά, να δώσουν όγκο και σχήμα σε φαινόμενα απρόσωπα και εκφοβιστικά. Τα τραπεζικά τοξικά ομόλογα λίγοι τα γνώριζαν πριν από ένα χρόνο, αλλά είναι εντελώς άλλο πράγμα να παρουσιαστούν σα «λαίλαπα που θα μας κάψει όλους» και άλλο σαν προϊόντα της ανθρώπινης απληστίας –και εφευρετικότητας- που δεν υπακούουν στην παραμικρή νομοτέλεια. Ο ρόλος των μέσων ενημέρωσης που σέβονται τον εαυτό τους είναι να μας δώσουν και να μας αναλύσουν τη δεύτερη εκδοχή. Στην Ελλάδα φοβούμαι ότι η πρώτη είναι σχεδόν μονοκράτειρα.

Το γιατί συμβαίνει αυτό επιδέχεται πολλές εξηγήσεις. Σε όλο τον κόσμο ο γραπτός Τύπος έχει υποχωρήσει υπέρ της τηλεόρασης και παντού η τηλεόραση, από την ίδια της τη φύση, είναι μέσο ευκολίας, εντυπωσιασμού, ακόμα και διαμόρφωσης μιας εικονικής πραγματικότητας. Έχω όμως την αίσθηση ότι η Ελλάδα πρέπει να είναι από τις λίγες χώρες στις οποίες η τηλεόραση έχει σε τέτοιο βαθμό εμποτίσει –και παραλλάξει- την ίδια τη λογική και το ήθος του γραπτού λόγου –η παρατήρηση ισχύει κατεξοχήν για τον Τύπο, αλλά επεκτείνεται άνετα και στη λογοτεχνία. Το πολιτικό σύστημα, και ιδίως η ειδική σχέση (κάποιοι την είπαν και «διαπλοκή») που έχει δημιουργήσει με τα μέσα ενημέρωσης (σχέση όχι συγγένειας αλλά αιμομιξίας), εντείνει το φαύλο κύκλο, δηλαδή το αίσθημα αδιεξόδου και την ίδια στιγμή ενδυνάμωσης του συστήματος. Η αλληλοτροφοδότηση (ακόμα και σε επίπεδο προσώπων) πολιτικής τάξης –μέσων ενημέρωσης – ατζέντας συλλογικής δράσης έχει τριπλό αποτέλεσμα: απώλεια της ανεξαρτησίας των μέσων, απώλεια του όποιου ευγενούς χαρακτήρα της πολιτικής, απώλεια του αισθήματος συλλογικότητας στην κοινωνία.

Τα «μεγάλα γεγονότα» (όπως, για να σταθούμε μόνο στα πρόσφατα και τα οικουμενικά, η αλλαγή παγκόσμιου παραδείγματος μετά την 11η Σεπτέμβρη και η αποκάλυψη των σαθρών θεμελίων της παγκόσμιας οικονομίας μέσα από την κρίση που διανύουμε), αντί για αφορμές εγρήγορσης είναι φυσικό να ενεργούν ως καταλύτες αποδόμησης σε ένα σύστημα σχέσεων όπως αυτό που μόλις περιγράφηκε. Αποδόμησης της εμπιστοσύνης: δεν πιστεύουμε τους πολιτικούς, δεν πιστεύουμε τα μέσα ενημέρωσης, δεν πιστεύουμε την πραγματικότητα (όπως μας την περιγράφουν). Αποδόμησης του λόγου: η ξύλινη γλώσσα, η καταγγελτική νοοτροπία, η υπέρμετρη δραματοποίηση αφαιρούν από τα γεγονότα το νόημά τους και από τους φορείς της ενημέρωσης το μανδύα της αποστολής τους. Αποδόμησης της πολιτικής δράσης: αφού όλα τα ξέραμε και τίποτα δεν προλάβαμε, αφού οι σημερινοί Εισαγγελείς του σωστού και της ηθικής ήταν οι χτεσινοί μετέχοντες στο μεγάλο φαγοπότι, αφού το σύστημα καταναλώνει ό,τι παράγει ερήμην του πολίτη, ε τότε γιατί να πιστέψει κανείς στην πολιτική και στη δυνατότητα αλλαγής; Κι ας ξέρει ότι καμιά συλλογική αλλαγή δεν μπορεί να έλθει χωρίς πολιτική ώθηση. Τελειώνοντας ξαναφτάσαμε στην αρχή.

Υποτίθεται πώς μέσα από τις κρίσεις έρχεται κάποια ανανέωση. Η θύελλα έχει τουλάχιστον το καλό ότι κινεί φρέσκο αέρα. Όμως ο φρέσκος αέρας χρειάζεται κανάλια για να μπει μέσα στα σπίτια μας –ας μη μιλήσουμε για τις ψυχές μας. Στο αυτοαναφορικό και περίκλειστο ελληνικό σύστημα δεν κινδυνεύουμε να πουντιάσουμε αλλά να πεθάνουμε από ασφυξία.

 

Βιογραφικό

  • Βιογραφικό

    Γεννήθηκα το 1962 στην Αθήνα, από πατέρα δικαστή (τρίτη γενιά νομικών στην οικογένεια και μάλλον τελευταία) και μητέρα αρχαιολόγο, με πελοποννησιακή, εξ αμφοτέρων, καταγωγή.

    Περισσότερα...