ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ», 3 Μαρτίου 2010
Σήμερα που επισήμως περνάμε από την πρώτη φάση της κρίσης –της συνειδητοποίησης και του φόβου- στη δεύτερη –της εξειδίκευσης και του πόνου- ψάχνουμε κάπου να πιαστούμε μπας και πραγματοποιήσουμε την υπό τύπο εντολής ευχή του κυρίου Όλι Ρεν. Δεν υπάρχουν και πολλές πηγές άντλησης. Η πρώτη είναι της μοιρολατρίας: «Κουράγιο, δυο χρόνια μας μείνανε», ή «Κουράγιο, τα δύσκολα δεν ήρθαν ακόμη». Η δεύτερη, που χρειάζεται περισσότερη φαντασία, είναι η πηγή της ανοικοδόμησης, της κρίσης ως ευκαιρίας. Κι αν στην οικονομία τα πράγματα φαίνονται εξαιρετικά δύσκολα –γιατί οι αδυναμίες είναι δομικές και γιατί η αναγκαστική λιτότητα αφήνει αναγκαστικά ελάχιστα περιθώρια ανάπτυξης-, υπάρχει ένας παράπλευρος τομέας στον οποίο αχνοφέγγει κάποια ελπίδα.
Πρώτος τον άγγιξε με τον χαρακτηριστικό μισο-απλοϊκό μισο-ρηξικέλευθο τρόπο του ο επικεφαλής των Πράσινων ευρωβουλευτών Κον Μπεντίτ στη συζήτηση κατά την ενθρόνιση της νέας Ευρωπαϊκής Επιτροπής: «Τι θα γίνει με τους εξοπλισμούς της Ελλάδας; Μπορεί να αφήσει η Ένωση τη συνέχιση τόσο τεράστιων εξόδων μέσα στην κρίση;». Η συνειδητοποίηση ότι υπάρχει πεδίο δράσης από τις δύο εμπλεκόμενες χώρες δεν άργησε και έχει μεγαλύτερη σημασία. Και ο Έλληνας Υπουργός Άμυνας και, πιο πρόσφατα, ο Τούρκος Πρωθυπουργός άφησαν να εννοηθεί ότι μια συμφωνημένα αμφίπλευρη μείωση των εξοπλισμών θα ήταν αμοιβαία επωφελής. Η εξαιρετικά κρίσιμη συγκυρία και στις δύο χώρες –με την οικονομική κρίση στην Ελλάδα και τη διαρκή σκιά της θεσμικής σύγκρουσης στην Τουρκία- σπρώχνει προς λείανση αν όχι των ιστορικών εντάσεων, πάντως των πρακτικών τους συνεπειών. Αν με διαπραγμάτευση, με ειλικρίνεια και με τη θετική «διαιτησία» της Ευρωπαϊκής Ένωσης (αν εννοούσε την έμμεση στήριξη, ο Κον Μπεντίτ είχε δίκιο ότι η Ευρώπη μπορεί να βοηθήσει), μειωθούν οι εξοπλιστικές δαπάνες της χώρας μας, χωρίς να αλλάξει προς το χειρότερο ο συσχετισμός δυνάμεων, τότε κάτι καλό θα έχει βγει μέσα από την κρίση. Πολλά τα «αν», θα πείτε. Ναι, αλλά καλύτερα από τα «δεν».
TA NEA
Έρχονται κάποιες στιγμές που οι λαοί αναμετρώνται με τον εαυτό τους. Οι περισσότεροι καταλαβαίνουμε ότι αυτή η στιγμή ήρθε για μας. Μας έτειναν έναν καθρέφτη που δεν μπορούσαμε να αποφύγουμε και τώρα πρέπει να αποφασίσουμε αν το πρόσωπο που βλέπουμε πρέπει να το πολεμήσουμε ή να το υπερασπιστούμε. Ή, όπως πιστεύω, να το υπερασπιστούμε αλλάζοντας όχι τα χαρακτηριστικά αλλά τη φυσιογνωμία του.
«ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ», Μάρτιος 2010
Ανήκω σε εκείνους που χαιρετίζουν χωρίς δεύτερη σκέψη το άνοιγμα της συζήτησης –και την παρουσίαση των πρώτων επίσημων κατευθύνσεων- για την αλλαγή σε βάθος του εκλογικού συστήματος. Όχι μόνο γιατί αποτελούσε από τις κεντρικές προεκλογικές δεσμεύσεις του ΠΑΣΟΚ. Ούτε μόνο γιατί είναι μια αλλαγή που αν δεν πραγματοποιηθεί στην αρχή μιας κυβερνητικής θητείας, όσο δύσκολη και φορτωμένη με άλλα θέματα και να είναι αυτή, έχει ελάχιστες πιθανότητες να ευοδωθεί –η πάροδος του χρόνου και φθείρει και φέρνει πιο κοντά στις επόμενες εκλογές. Αλλά κυρίως για λόγους αρχής: η σημασία του (κάθε) εκλογικού συστήματος για την ποιότητα του (κάθε) κοινοβουλευτικού πολιτεύματος, η πέραν πάσης αμφιβολίας εξάντληση των ορίων του εκλογικού συστήματος που σχεδόν αδιάλειπτα χρησιμοποιείται στην Ελλάδα από την μεταπολίτευση και η συνεχής υποβάθμιση του επιπέδου των βουλευτών δημιουργούν έναν εκρηκτικής ευγλωττίας συνδυασμό υπέρ της μεταρρύθμισης. Αρκεί, βέβαια, η σχετική συζήτηση και οι σχετικές αποφάσεις να ληφθούν σε ορθές βάσεις. Τα δεδομένα δημιουργούν υποχρεώσεις. Αν θέσουμε σωστά τα πρώτα, μπορεί να μας οδηγήσουν, ακόμα και στην Ελλάδα, σε λογική εξαγωγή συμπερασμάτων για το τι πρέπει να κάνουμε.
ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ», Μάρτιος 2010
Η κρίση, μαζί με όλα τ’ άλλα, έβγαλε στην επιφάνεια δυο -αντίθετες αλλά της ίδιας λογικής- ακραίες ελληνικές αντιδράσεις. Η μία είναι η καταφυγή στη συνωμοσιολογία. Οι Ευρωπαίοι μας αντιπαθούν γιατί δεν τους μοιάζουμε, την κατάσταση της οικονομίας μας την ήξεραν και την ανέχονταν και τώρα απλώς τη χρησιμοποιούν, ο Μπαρόζο τα είχε βρει με τον Καραμανλή και τώρα χτυπάει τον Παπανδρέου, η Μέρκελ, ως Γερμανίδα, έχει εμπάθεια με την Ελλάδα, οι «σορτάκηδες» συνεννοήθηκαν με τις τράπεζες κι εξασφάλισαν την αδράνεια των ελεγκτικών μηχανισμών, άλλες οικονομίες είναι χειρότερες αλλά το κρύβουν για να μας εκθέσουν. Για να είμαστε δίκαιοι θα πρέπει να πούμε ότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, οι Ευρωπαίοι εταίροι υποδαύλισαν με τη στάση τους αυτή την οπτική: τα όργανα της Ένωσης συνδύασαν ασύγγνωστη χαλαρότητα για πολύ καιρό με υπερβολική αυστηρότητα τους τελευταίους μήνες, μεγάλη μερίδα του ξένου Τύπου ξεπέρασε κάθε όριο λογικής και ευπρέπειας σε σχέση με την «ελληνική τραγωδία», ο συναισθηματισμός, για τον οποίο μας κατηγορούν, γύρισε στο αντίθετό του, η κριτική ματιά στο σύστημα έλειψε σχεδόν πλήρως, κάποιοι λαοί (Γερμανοί, Ολλανδοί, Βρετανοί) έπεσαν πολύ εύκολα στην παγίδα της γενικότητας, των κλισέ και της υπερβολής.
ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ», Ιανουάριος 2010
Ό,τι και να πιστεύει ή να ξέρει κανείς για το πρόσωπο, είναι αναμφίβολο ότι από τον Υπουργό Εσωτερικών έχουν μέχρι στιγμής προέλθει οι σημαντικότερες νομοθετικές πρωτοβουλίες της νέας κυβέρνησης: γενίκευση ΑΣΕΠ, επιλογή διευθυντικών στελεχών, διοικητική αναδιάρθρωση μέσω «Καλλικράτη», προετοιμασία αλλαγής εκλογικού νόμου, ρυθμίσεις σχετικά με την ιθαγένεια και τους μετανάστες.

Social Media